Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ. ΓΙΑ ΟΦΕΙΛΗ ΔΑΝΕΙΟΥ 220.000 ΕΥΡΩ ΤΕΛΙΚΑ ΘΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ 42.000 ΕΥΡΩ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ 49/2016

Δικαστικές αποφάσεις 2016

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ  (Ν. 3869/2010)

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
49/2016
Αρ. έκθεσης κατάθεσης αίτησης : 408/2013
 Αρ. έκθεσης κατάθεσης κλήσης : 326/2015
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ


Συγκροτήθηκε νόμιμα από την Ειρηνοδίκη  Μ……. Ε…… Μ…… και τη Γραμματέα Ε…. Μ…..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ:  Α……… Κ…… του  Α………. και της Μ…..,  κατοίκου Κ…… Α……, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο  μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου  του Γλυκερίας Παπακαλαμπόκη.
ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ, οι οποίες κατέστησαν  διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 5 Ν. 3869/2010 και 748 § 2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής :
α) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Ε……. Ε……. Α.Ε.»  που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ό….. αρ..) και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.
β) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.»,  που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σ…… αρ. .. και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με τη επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» λόγω συγχωνεύσεως τους, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας  δικηγόρου  της Α….. Π…………
γ) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.», που εδρεύει στην A…. (οδός Α….  αρ. .) και εκπροσωπείται νόμιμα,  ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «C….. P……B… P….. C. L..», όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία «Μ….. P…… B… P….. C. LTD», καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Μ….. Ε…… Τ…… Α.Ε.», η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.
Ο αιτών ζητά  να γίνει δεκτή  η από 04.10.2013 αίτηση του, εκουσίας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 408/20.11.2013, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της10ης.11.2020 και γράφτηκε στο πινάκιο. Με την από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 326/07.12.2015 κλήση του ο αιτών ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό της κρινόμενης  αίτησης, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Α υποπαρ. Α 4 του Ν. 4336/2015, η οποία επαναπροσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη σημερινή δημόσια  συζήτηση της υποθέσεως, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι  πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθμ. 6655/21.11.2013, 6656/21.11.2013 και 6657/21.11.2013, εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Ι. Σ…………., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 12-11-2020 και ημερομηνίας επικύρωσης προδικαστικού συμβιβασμού ή συζήτησης προσωρινής διαταγής για την 12-02-2014 επιδόθηκε νόμιμα προς τις πιστώτριες εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως. Από της ως άνω επιδόσεως, οι τελευταίες κατέστησαν διάδικοι εκ του νόμου, διότι, όπως στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 748 του ΚΠολΔ στα πλαίσια της εκουσίας διαδικασίας έχει ήδη κριθεί ότι ο τρίτος της κλητεύσεώς του, καθίσταται διάδικος (βλ. σχετικά ΟλΑΠ 974/1980 ΝοΒ 29 σελ. 294), για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθίσταται διάδικος και ο υποχρεωτικά καλούμενος πιστωτής υπό τους όρους και δυνάμει της διατάξεως  της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν.  3869/2010. Ομοίως από τις υπ’ αριθμ.  3976/14.12.2015, 8960/14.12.2015 και 8983/14.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο  αντίγραφο της από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 326/07.12.2015 κλήσεως, με πράξη επαναπροσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα προς τις πιστώτριες εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την κατάθεσή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πρώτη και η τρίτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών δεν εμφανίστηκαν, συνεπώς πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο κατά τις επιταγές της παρ. 2 του άρθρου 754 του ΚΠολΔ, θα προχωρήσουν στην έρευνα της υποθέσεως σαν να είχαν αυτές εμφανισθεί.
Με την κρινόμενη, αίτηση, ο αιτών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη, άνευ δόλου αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζητά κατ’ ορθή εκτίμηση του υπό κρίση δικογράφου τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά καθώς και την εξαίρεση της κύρια κατοικίας του από την εκποίηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.
Με προφορική δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος, που καταχωρήθηκε στα τηρούμενα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αλλά και με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), η τελευταία παραδεκτά και νόμιμα επικαιροποίησε – συμπλήρωσε την υπό κρίση αίτηση σε ότι αφορά τα μηνιαία έσοδα του αιτούντος, τα οποία ανέρχονται πλέον λόγω ανευρέσεως τετραώρου εργασίας στο ποσό των 480 ευρώ καθαρά.
Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για συζήτηση ενώπιων του παρόντος Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ο αιτών, κατά τη προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010), καθόσον για το παραδεκτό της: i) τηρήθηκε η προδικασία του προδικαστικού  συμβιβασμού που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5§2, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 85 του Ν. 3996/2011 και αντικατασταθεί με το άρθρο 13 του Ν. 4161/2013, με τη βεβαίωση της αποτυχίας αυτού, όπως προκύπτει από τις 16.12.2013 και από 17.12.2013 υποβληθείσες παρατηρήσεις της πρώτης και τρίτης των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών (σημειωτέον ότι η δεύτερη μετέχουσα στη δίκη τράπεζα δεν υπέβαλλε τις απόψεις  της επί του σχεδίου ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος, ωστόσο η παράλειψη αυτή οδηγεί μόνο σε τεκμαιρόμενη κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.  Ν. 3869/2013 άρνηση του συμβιβασμού σε συνδυασμό με την έκδοση της από 14.05.2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου), ii) τηρήθηκε η εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση της αίτησης μέσα στην προθεσμία των 15 ημερών από την κατάθεσή της, όπως προβλέπεται η διάταξή του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 άρθρου 85 Ν. 3996/2011 και αντικατασταθεί  με το άρθρο 13 Ν. 4161/2013, προς τις πιστώτριες του αιτούντα και την εγγυήτρια Μ…. Κ…… του Ε……. (βλ. τις  υπ’ αριθμ. 6655/21.11.2013, 6656/21.11.2013 και 6657/21.11.2013 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Ι. Σ…………, σε συνδυασμό με τη ημερομηνία κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, ήτοι την 04-10-2013 καθώς και τις υπ’ αριθμ. 3976/14.12.2015,  8960/14.12.2015 και 8983/14.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 326/07.12.2015 κλήσεως)  iii)  έγινε επικαιροποίηση  του φακέλου του αιτούντα που τηρείται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με την κατάθεση σχετικών εγγράφων  (βλ. την από 279/17.02.2016 έκθεση εγχειρήσεως καταλόγου εγγράφων του Γραμματέα του παρόντος Ειρηνοδικείου) και iv) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντα για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ αρθ. 13 παρ. 2 ν. 3869/10 (βλ. την υπ’ αριθμ. 650/24-10-2016 βεβαίωση της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010 αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του, των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (Κρητικός, ρύθμιση Ν. 3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν/64- Ανάτυπο σελ. 1477) και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, ουδέν άλλο δε στοιχείο απαιτείται για τη πληρότητα της. Ομοίως, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου και το ορισμένο της αίτησης να αναφέρονται τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του οφειλέτη και οι συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις (βλ. Βενιέρη-Κατσά, «ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν. 3869/2010», σελ. 132, 137 και 2η έκδοση σελ. 85, ΕιρΛαρ 106/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ), ή ο χρόνος σύναψης των συμβάσεων ανάληψης των χρεών ή εν γένει ο χρόνος ανάληψης των χρεών του (ΕιρΗρακλ 696/2011 ΤΝΠΔΣΑ,  ΕιρΘεσσ  6329/2012 ΕιρΚιλκις 30/2012 Νομος), ή ότι τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση έχουν αναληφθεί κατά το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της, καθώς τα στοιχεία αυτά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της αποτελούν αντικείμενο απόδειξης, απορριπτόμενης ως εκ τούτου της προβληθείσας από την δεύτερη πιστώτρια τράπεζα ένστασης αοριστίας, ως ουσία αβάσιμης. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη χρεών τα οποία ανελήφθησαν τον τελευταίο χρόνο πριν την κατάθεση της αίτησης και εξαιρούνται από τη ρύθμιση ανάγεται σε στοιχείο το οποίο αφορά τη νομιμότητα και όχι το ορισμένο της αίτησης. Σε περίπτωση που μεταξύ των προς ρύθμιση χρεών υπάρχουν και χρέη τα οποία αναλήφθηκαν το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης, τότε η αίτηση θα είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται σε αυτά και θα γίνει δεκτή ως προς τα υπόλοιπα τα οποία θα ρυθμιστούν με τη ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου (Ε…… Κ………. –  Σ………., η απόφαση διευθέτησης οφειλών κατά το νόμο  3869/2010, Αρμ 2010.1478). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι υποβάλλονται προς ρύθμιση χρέη τα οποία έχουν αναληφθεί τον τελευταίο χρόνο πριν την κατάθεση της αίτησης αποτελεί ισχυρισμό τον οποίο οφείλουν να προτείνουν και να αποδείξουν  οι πιστώτριες κατ’  άρθρο 262 και 338 ΚΠολΔ, οι οποίες σαφώς και γνωρίζουν η καθεμία χωριστά το χρόνο ανάληψης κάθε οφειλόμενου προς αυτές χρέους, προκειμένου το αίτημα για τη ρύθμιση αυτού του χρέους (που αναλήφθηκε εντός του προ της κατάθεσης έτους) να απορριφθεί ως μη νόμιμο, (βλ. Βενιέρη – Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/3010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, σελ. 137). Περαιτέρω, οι πιστώτριες δεν μπορούν να αξιώνουν  από τον οφειλέτη την αναφορά στην αίτησή του περισσότερων στοιχείων από όσα οι ίδιες του παρέχουν, διότι η εμμονή στην ανάγκη αναλυτικής παράθεσης των απαιτήσεων θα οδηγούσε σε αφαίρεση της δυνατότητας για δικαστική προστασία του οφειλέτη και μάλιστα λόγω της συμπεριφορά των δανειστών, οι οποίοι στις  σχετικές αναλυτικές καταστάσεις οφειλών που χορηγούν στους οφειλέτες τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 3869/2010, δεν κάνουν καμία αναφορά στο χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων (βλ. Βενιέρη – Κατσά, ό.π. σελ. 133). Συνεπώς, εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα στην αναλυτική κατάσταση οφειλών την οποία χορηγούν στους οφειλέτες δεν αναφέρουν το χρόνο χορήγησης των δανείων δεν μπορούν να αξιώνουν από αυτούς την παράθεση αυτού του στοιχείου στην αίτηση. Άλλωστε, η κάθε τράπεζα γνωρίζει πότε χορήγησε το δάνειο και συνεπώς, αν αυτό έχει αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης και συνεπώς εξαιρείται της ρύθμισης, μπορεί να το επικαλεστεί και να το αποδείξει πετυχαίνοντας την εξαίρεση αυτού του χρέους από τη ρύθμιση, αφού αυτή είναι η μοναδική κύρωση που θα επέλθει και μόνο ως προς το δάνειο αυτό. Είναι δε η κρινόμενη αίτηση νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9, 11 και Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013 πλην α) του αιτήματος να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως οφειλών κατ’ άρθρο 7 του Ν. 3869/2010, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, (7 του Ν. 3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφασή του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωσή του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές τους και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση, β) του αιτήματος να εξαιρεθεί από την εκποίηση το περιγραφόμενο στην υπό κρίση αίτηση όχημα του αιτούντος, εφόσον κατά το άρθρο 9 παρ. 2, του Ν. 3869/2010 δεν δύναται να ζητηθεί η εξαίρεση λοιπόν περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη από την εκποίηση, καθώς εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο αυτό προβλέπεται μόνο για την κύρια κατοικία του οφειλέτη και για κανένα άλλο περιουσιακό του στοιχείο και γ) του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρυθμίσεως του Δικαστηρίου θα απαλλαγεί από τα χρέη του ο αιτών, αφού η αιτούμενη αναγνώριση, δεν αποτελεί υπόθεση δικαιοδοσίας, κατ’ άρθ.  739 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία.  Συγκεκριμένα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11§1 του ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη – αιτούντα, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από υπόλοιπο χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (άρθ. 11 παρ. του Ν. 3869/2010) και επ’ αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών. Πρέπει επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζητήσεώς της, εφόσον δεν επιτεύχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, προδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών τραπεζών.
Η δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αλλά και παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις της (άρθρου 591παρ. 1, παρ. β΄ και γ΄ του ΚΠολΔ), αρνήθηκε την υπό κρίση αίτηση και ζήτησε την απόρριψη της ως ουσία αβάσιμης και αναληθούς ενώ περαιτέρω προς απόκρουση της προέβαλε   α) την ένσταση αοριστίας, η οποία κρίνεται απορριπτέα κατά τα προαναφερόμενα και β) την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών, η οποία είναι νόμιμη, (κατ’ άρθρο 1 Ν. 3869/2010) και πρέπει περαιτέρω να κριθεί και στην ουσία της.
Από την εκτίμηση  του συνόλου των εγγράφων που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι  διάδικου (άρθρο 5 του Ν. 3869/2010, 748 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι υποβληθείσες επί του σχεδίου ρύθμισης οφειλών και αιτούντος παρατηρήσεις της πρώτης και τρίτης των πιστωτριών τραπεζών, καθώς και εκείνων, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους [παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΝΚΠολΔ, άρ. 759 αριθ. 5 και Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29, 129)], τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους, (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (άρθρα 744 ΚΠολΔ) αλλά και από όλη τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Ο αιτών, στερούμενος πτωχευτικής ικανότητας, ηλικίας σήμερα 49 ετών, είναι άγαμος και χωρίς τέκνα, (βλ. νομίμως προσκομιζόμενη από 26.10.2015 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Εθνικού Δημοτολογίου), εργαζόταν δε από το έτος 1993 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους ωραρίου σε μία εταιρία κατασκευής εισαγωγής και εμπορίας αργυρών και συναφών ειδών με την επωνυμία «Α…….. Α.Ε.» ως εργάτης παραγωγής, λαμβάνονται μηνιαίο μισθό περί τα 1.176 ευρώ καθαρά (βλ. απόδειξη πληρωμής Σεπτεμβρίου 2007 και σχετική βεβαίωση εργοδότη). Παράλληλα εργαζόταν για πολλά έτη τους καλοκαιρινούς μήνες ως σερβιτόρος σε ταβέρνα στην περιοχή του Κ…… αποκερδαίνοντας μηνιαίως το ποσό των 800 ευρώ. Ωστόσο το έτος 2012 η σύμβαση του τροποποιήθηκε και μετατράπηκε σε μερικής απασχόλησης, εργαζόταν δε 4 ώρες την ημέρα λαμβάνοντας ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 521,87 ευρώ (καθαρά) (βλ. απόδειξη πληρωμής Φεβρουαρίου 2013), μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2014 οπότε και απολύθηκε χωρίς να λάβει αποζημίωση.  Έκτοτε ήταν άνεργος, μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2016, οπόταν και προσελήφθη ως ιδιωτικός υπάλληλος – πωλητής στην εταιρία με την επωνυμία «Χ………… L…. Ο.Ε.» στην οποία εργάζεται έως σήμερα με τετράωρη απασχόληση και μηνιαίο μισθό περί τα 480 ευρώ (καθαρά) (βλ. την από 28.09.2016 νομίμως προσκομιζόμενη βεβαίωση εργοδότη). Ήδη δε έχει χάσει και τη δευτερεύουσα δουλειά του ως σερβιτόρος. Κατοικεί δε ο αιτών, σε μία ιδιόκτητη μονοκατοικία, επιφανείας 65,67 τ.μ. κείμενης εντός του οικισμού Κ….. Α….., έτους κατασκευής 1985, πλησίον της οικίας των γονέων του, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία του και για την οποία αιτείται την εξαίρεση. Οι απαιτούμενες δε οικογενειακές δαπάνες, οι οποίες περιλαμβάνουν την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου, καλύπτονται από το μηνιαίο μισθό του, άλλη δε πηγή σταθερού εισοδήματος δεν διαθέτει ο αιτών, τα μετ’ επικλήσεως δε προσκομιζόμενα από τον αιτούντα φορολογικά στοιχεία, αποδεικνύουν την σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του και τη σημερινή δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Συγκεκριμένα το ετήσιο ατομικό του εισόδημα, ανερχόταν το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 13.590,39 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 14.426,45 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 14.686,94 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 14.094,99 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 8.571,87 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 5.262,65, ενώ το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 1.912,18 ευρώ (βλ. νομίμως προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ως άνω ετών). Οι δε γονείς του συνδράμουν με τη σύνταξή τους στις ανάγκες του.
Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω της ρύθμισης εκτιμάται ότι το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του ιδίου (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών συνθηκών, που όλοι οι πολίτες βιώνουν, ανέρχεται στο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως.  Επισημαίνεται εξάλλου ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής του αιτούντος (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ., existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή του αιτούντος στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της προσωπικότητά του στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις το νόμου, πρέπει από την πλευρά του σύμφωνα και με τις επιταγές του άρθρου 281 Α.Κ. να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητης για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών.
Ο ετών, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητούν οι πιστώτριες τράπεζες με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας της κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261ΚΠολΔ, προκύπτει άλλωστε από τις νομίμως προσκομιζόμενες ένδικες συμβάσεις δανειοδότησης, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα ακόλουθα χρέη, τα οποία περιλαμβάνει στη ρύθμιση και κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται, ενόψει της μη εμπράγματης εξασφάλισής τους, με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της κατ’ αρθ. 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, με εξαίρεση τα εμπράγματως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο, ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010) (βλ. σε Κρητικό, «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», 2012, σελ. 99 και 143):
  1. Δυνάμει σύμβασης (αριθμός λογαριασμού …………….), έλαβε από την πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Τ…… Ε……. Ε……. Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 21.885,06 € (κεφάλαιο) και μετά από την πρόθεση των τόκων ποσού 189,11 € και των εξόδων ποσού 603,46 στο συνολικό ποσό των 22.677,63€ (βλ. την από 11.07.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν δε της από 07.12.2015 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 27.629,19€. Υπέρ της απαίτησης αυτή έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 31.05.2011 στον τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης, έως το ποσό των 25.440€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  2. Δυνάμει σύμβασης (αριθμός λογαριασμού ……………..) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε……. Τ……. Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «A…. B… A.E.» πιστωτική κάρτα, της οποίας το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 948,44€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 211,35€ στο συνολικό ποσό των 1.159,79€ (βλ. την από 13.08.2013 βεβαίωση οφειλών της ως άνω τράπεζας).
  3. Δυνάμει σύμβασης, αριθμός λογαριασμού ………….) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «Α….. Β… Α.Ε.» πιστωτική κάρτα, της οποίας το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 999,41 € (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 218,47€ στο συνολικό ποσό των 1.217,88€ (βλ. την από 13.08.2013 βεβαίωση οφειλών της ως άνω τράπεζας).
  4. Δυνάμει της από 08.08.2008 σύμβασης, αριθμός λογαριασμού ……) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζας, με την επωνυμία «Α…. Β… Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 30.000 €, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 36.664,32€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 4.064,46€ και των εξόδων ποσού 73,80 στο συνολικό ποσό των 40.802,58€ (βλ. την από 13.08.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν δε της από 15-04-2016 κατάστασης οφειλών της άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 41.218,82€. Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 20.12.2008 στον τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθήκης του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης, έως το ποσό των 48.000€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003) βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  5. Δυνάμει της από 23.05.2007 σύμβασης, αριθμός λογαριασμού ……..) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε…….. Τ…… Τ.. Ε……. Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «Α…. Β… Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 30.000 €, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 28.605,84€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 2.394,16€ και των εξόδων ποσού 368,01€ στο συνολικό ποσό των 31.368,01€ (βλ. την από 13.08.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας).  Κατόπιν δε της από 15-04-2016 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 31.791,35€. Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 03.08.2007 στο τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης έως το ποσό των 35.000€ (βλ. της υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  6. Δυνάμει της από 29.11.2006 σύμβασης (αριθμός λογαριασμού …….) έλαβε από την πρώην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ε…… Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «Α…. Β… Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000€, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 95.370,61€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 8.480,46€ στο συνολικό ποσό των 103.851,07€ (βλ. την από 13.08.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν δε της από 15-04-2016 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 104.316,40€. Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 14.12.2006  στον τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης έως το ποσό των 140.000€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  7. Δυνάμει της από 19.02.2010 σύμβασης, αριθμός λογαριασμού M……..), έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «M….. Ε….. Τ…… Α.Ε.», καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η τρίτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.», τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 17.610€, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 14.034,76€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 113,89€ στο συνολικό ποσό των 14.148,65€ (βλ. την από 04.07.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας).  Το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος προς τις ως άνω πιστώτριες του ανέρχεται στο ποσό των 221.482,08€.
Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση τα έσοδα του αιτούντος, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του. Η αδυναμία του αυτή οφείλεται αφενός στη σημαντική μείωση των εισοδημάτων του, στο πασίδηλο γεγονός (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε αυτής, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, αφετέρου στο ύψος της μηνιαίας δόσης που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των δανείων του, επίσης στα υψηλά επιτόκια με τα οποία επιβαρύνονται (κυρίως τα καταναλωτικά δάνεια) σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του. Η αδυναμία του στην αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του, αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του. Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς του και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται άλλωστε να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας. Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, δοθέντος ότι ο αιτών κατά την περίοδο σύναψης των επίδικων δανείων, ήτοι περί τα έτη 2006, 2007 και 2008 απασχολούνται σε δύο δουλειές, οι οποίες του απέφεραν επαρκή εισοδήματα προκειμένου να καλύπτει τις δανειακές του υποχρεώσεις, ήδη δε το εισόδημά του έχει υποστεί δραματική μείωση, ενώ μεσολάβησε και διετής περίοδος ανεργίας του, χωρίς δική του υπαιτιότητα, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της υποβληθείσας από την δεύτερη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών. Σημειωτέον ότι το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση των οφειλών του αιτούντος από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.
Ο αιτών, όπως προαναφέρθηκε έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του μία μονοκατοικία επιφανείας 65,67 τ.μ. κείμενης σε οικόπεδο 1.312 τ.μ. εντός του οικισμού Κ…… Α……, έτους κατασκευής 1985, την οποία απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του δυνάμει του υπ’ αριθμ. 46749/07.08.2003 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μ…….. Σ…… Γ……. Π……….., (η μεταγραφή του οποίου ωστόσο δεν αποδείχθηκε), αντικειμενικής αξίας 45.340,76€ (βλ. ΕΤΑΚ 2008, σημειωτέον ότι από τα φύλλα υπολογισμού οικοπέδου και κατοικίας που προσκομίστηκαν δεν προκύπτει ο συμβολαιογράφος καθόσον δεν φέρουν σφραγίδα και υπογραφή, ούτε το έτος φορολόγησης). Ουδεμία άλλη δε ακίνητη περιουσία διαθέτει ο αιτών.
Περαιτέρω, ο αιτών διαθέτει σε ποσοστό κυριότητας 100% το υπ’ αριθμ. … …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου SKODA, τύπου FABIA, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2009 (βλ. νομίμως προσκομιζόμενη από 09.01.2009 άδεια κυκλοφορίας), του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.500€ (βλ. αγγελίες παρόμοιου τύπου αυτοκινήτων στο  www.car.gr και www.autotriti.gr) και το οποίο είναι απαραίτητο στον αιτούντα για τη μετακίνηση του προς την εργασία του. Προσέτι ο αιτών όπως προκύπτει από τη δήλωση φορολογίας έτους 2015 ο αιτών είναι κύριος και του υπ’ αριθμ. … …. ΙΧΕ αυτοκινήτου με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1998, του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.300€ ((βλ. αγγελίες παρόμοιου τύπου αυτοκινήτων στο  www.car.gr και www.autotriti.gr),  το οποίο κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου εκ παραδρομής δεν ανέφερε στην αίτηση του και όχι με σκοπό βλάβης των πιστωτών του λαμβανομένης υπόψη άλλωστε και της πολύ μικρή εμπορικής αξίας του. Ενόψει λοιπόν της εμπορικής τους αξίας, του τύπου και της παλαιότητας τους, ιδίως του δευτέρου οχήματος, τα αυτοκίνητα αυτά δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι’  αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών δεν έχει καταθέσεις, μερίσματα, μετοχές ή ομόλογα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013) για μηνιαίες καταβολές από τρία έως πέντε έτη. Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, από τα εισοδήματά  του, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010). Σημειωτέον, ότι οι καταβολές ποσού 50€, το οποίο ορίστηκε με την από 14-05-2015 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου, μέχρι και την έκδοση της απόφασης, συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί καθόσον δεν προσκομίστηκαν παραστατικά καταβολής προς τις πιστώτριες. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής το συνολικό προς διάθεση από τον αιτούντα συμμέτρως προς τις πιστώτριες του ποσού, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων του, των βασικών προσωπικών αναγκών του, της κατά τους ισχυρισμούς του βοήθειας που λαμβάνει από τους γονείς του, αλλά και της μη αναμενόμενης ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής του κατάστασης, λόγω της εν γένει δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, ανέρχεται στα 100€ μηνιαίως, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, ο ίδιος δε με το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του προτείνει την καταβολή του ποσού των 70€, η πρόταση όμως αυτή του αιτούντος δε δεσμεύει το δικαστήριο στον καθορισμό του καταβλητέου ποσού στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8§2 του Ν. 3869/2010, το οποίο ερευνά αυτεπάγγελτα τα πάσης φύσης περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, καθώς και τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, που απέχει αυτού της κατάθεσης της αίτησης, γεγονός που δικαιολογεί οποιεσδήποτε μεταβολές.
Περαιτέρω, το καταβλητέο από τον αιτούντα ποσό προς κάθε πιστώτρια προκύπτει από το κλάσμα με αριθμητή το ποσό της συνολικής καταβλητέας μηνιαίας δόσης πολλαπλασιαζόμενο με το ύψος της απαίτησης κάθε πιστωτή και παρονομαστή το ποσό του συνόλου των απαιτήσεων. Όπως προαναφέρθηκε το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντα στις μετέχουσες στην παρούσα δίκη πιστώτριες του ανέρχεται σε 221.482,08€, το δε ποσό της μηνιαίας δόσης για τα πέντε έτη που ορίστηκε για τον αιτούντα στα 100€, θα καταβάλλεται συμμέτρως στις πιστώτριες του ως εξής: Στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του για την απαίτηση της, ύψους 27.629,19€ (12,47% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 12,47€ (=27.629,19€:221.482,08×100), στη δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του α) για την απαίτηση της, ύψους 1.159,79 €  (0,52% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 0,52€ (=1.159,79€:221.482,08×100),  β) για την απαίτησή της ύψους 1.217,88 € (0,55% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 0,55€ (=1.217,88€:221.482,08×100),  γ) για την απαίτησή της ύψους 41.218,82 € (18,61% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό18,61€ (=41.218,82€:221.482,08€x130), δ) για την απαίτησή της ύψους 31.791,35 € (14,35% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 14,35€ (=31.791,35€:221.482,08€x100) και ε) για την απαίτησή της ύψους 104.316,04€ (47,10% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 47,10€ (=104.316,04€:221.482,08€x100). Στην τρίτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια της για την απαίτηση της ύψους 14.148,65 € (6,39% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 6,39€ (=14.148,65€:221.482,08€x100). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 5ετίας οι ως άνω μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες θα έχουν λάβει για τις προαναφερόμενες απαιτήσεις τους, η πρώτη το συνολικό ποσό των 748,48 ευρώ, η δεύτερη το συνολικό ποσό των 4.868,23 ευρώ και η τρίτη το συνολικό ποσό των 383,29 ευρώ.
Προσέτι εφόσον, αφενός, ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της προσωρινής διαταγής την 14-05-2015, έως την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατέβαλλε μηνιαίως το ποσό των 50€ συμμέτρως στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, αφετέρου, το χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης της προσωρινής διαταγής και της εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης είναι σχετικά σύντομο, το παρόν Δικαστήριο ορίζει την αποπληρωμή της διαφοράς που υπολείπεται μεταξύ των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν βάσει της διάταξης του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010 και αυτών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§2 του ίδιου νόμου, εντόκως, μέσα σε ένα έτος από τη λήξη της πενταετίας, ήτοι το έκτο έτος, επιτόκιο, το ισχύον κατά τη λήξη των πενταετών καταβολών και δη αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.
Η πιο πάνω ρύθμιση του αιτούντος θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη ρύθμιση από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4161/2013, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετίας της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών του και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτόν, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο η εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση. Έτσι θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Η σχετική διάταξη της παραγράφου 2 εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του ή του μοναδικού ακινήτου του από την εκποίηση, – που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο  – πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να επιτύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής της αξίας.  Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων των χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί 3ετία – 5ετία του άρθρου 8§2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ’ αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους, που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων  των χρεών του. Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης («σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύρια κατοικίας …») συνάγεται το ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνση του οφειλέτη, με την έννοια ότι εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό της, ήτοι δεν μπορεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών να γίνει σε μικρότερο του 80% ποσοστό, εφόσον δε, είναι μεγαλύτερο, θα απαλλαγεί του πέραν του 80% ποσού, ήτοι οι πάνω από το όριο αυτό απαιτήσεις των πιστωτών δεν ικανοποιούνται (βλ. ΕιρΠατρ 206/2014, ΕιρΠατρ 407/13 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, με βάση την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 9§2, εάν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8§2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσόμενου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση, εάν όμως τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% της αντικειμενικής θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού.
Η αντικειμενική αξία της προπεριγραφείσας κύριας κατοικία του αιτούντος, ανέρχεται όπως προαναφέρθηκε στο ποσό των 45.340,76€. Η αντικειμενική αξία της κατοικίας του αιτούντος δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, για τον φορολογούμενο όπως ο αιτών (για άγαμο φορολογούμενο ανέρχεται στα 200.000 ευρώ), προσαυξημένο κατά 50%, (όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση). Έτσι ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 45.340,76€ της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, ποσό που αντιστοιχεί στο 80% αυτής και το οποίο αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, δηλαδή το ποσό των 36.272,61€ (45/340,76€x80%). To συνολικό υπόλοιπο των οφειλών του αιτούντος προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες μετά τις καταβολές της πενταετίας ύψους 6.000€, ανέρχεται σε 215.482,08 ευρώ (221.482,08€ – 6.000€) ποσό δηλαδή μεγαλύτερο από το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του (>36.272,61€), ως εκ τούτου ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες του, το ποσό των 36.272,61€, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του.
Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9§2 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε, με τις διατάξεις  των άρθρων του Ν.4161/2013, αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 χρόνια εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία  πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη, ενώ προβλέπεται και η χορήγηση περιόδου χάριτος, η διάρκεια της οποίας αφήνεται στην εύλογη κρίση του δικαστηρίου, συνήθως δε χορηγείται κατά το χρόνο της ρύθμισης για καταβολές επί τριετία, τετραετία ή πενταετία ή και εξαετία (σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 9§4) της διάταξης του άρθρου 8§2, ώστε να μη συμπίπτουν οι δύο ρυθμίσεις για καταβολές και να επιβαρύνεται ο οφειλέτης με δύο μηνιαίες δόσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του  χρέους που πρέπει να πληρώσει ο αιτών για τη διάσωση της κατοικίας του, της ηλικίας του (49 ετών), της οικονομικής του δυνατότητας, θα πρέπει ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων να οριστεί σε 20 χρόνια. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 151,14€, δηλαδή 36.272,61€/240 μήνες (20 χρόνια x 12 μήνες). Παράλληλα, θα πρέπει να του χορηγηθεί περίοδος χάριτος έξι (6) χρόνων, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση, με την πιο πάνω ρύθμιση των καταβολών της πενταετίας και τη ρύθμιση της καταβολής εντόκως εντός του έκτου έτους της διαφοράς του ποσού της διάταξης του άρθρου 9§4 Ν. 3869/2010, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις του και να εκπέσει των ρυθμίσεων. Η καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας του αιτούντος θα ξεκινήσει έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 δόσεις) και θα γίνει εντόκως χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τ…… Τ.. Ε…… αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Με βάση τα προαναφερόμενα, από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις των τραπεζών που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια κατά την υποθηκική τάξη των υποθηκών και των προσημειώσεων (1272, 1300 ΑΚ) και συγκεκριμένα όλες οι δόσεις, ήτοι οι 240 δόσεις ποσού 151,14€ θα διατεθούν για την ικανοποίηση της απαίτησης ύψους 104.316,40€ της πρώτης μετέχουσας στην δίκη πιστώτρια που είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και δη με προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης. Οι απαιτήσεις των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 5ετείς καταβολές, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, μετά την εξάντληση του ποσού των 36.272,61€, ήτοι του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στον αιτούντα.
Κατά συνέπεια των παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση  ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος, με σκοπό την πλήρη απαλλαγή του με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

         ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
         ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.
          ΡΎΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές  συνολικού ποσού 100 ευρώ, συμμέτρως καταβαλλόμενου  προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες  του  επί μία πενταετία, (ήτοι x 60 μήνες), οι οποίες θα λαμβάνουν χώρα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε  μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα. Συγκεκριμένα στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του για την απαίτηση της, ύψους 27.629,19 € (12,47% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), θα καταβάλλει μηνιαίως ποσό 12,47 € (=27.629,19 € : 221.482,08 x 100), στη δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του θα καταβάλλει μηνιαίως  α) για την απαίτηση της, ύψους 1.159,79 € (0,52% του συνόλου των χρεών της αιτούσας) ποσό 0,52 € (=1.159,79€:221.482,08€x100), β) για την απαίτησή της ύψους 1.217,88 € (0,55% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 0,55€(=1.217,88€:221,482,08€x100), γ) για την απαίτησή της ύψους 41.218,82 € (18,61%  του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 18,61€ (41.218,82€:221.482,08€x130),  δ) για την απαίτησή της ύψους 31.791,35€  (14,35% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 14,35€ (=31.791,35€:221.482,08€x100) και ε) για την απαίτησή της ύψους 104.316,04€ (47,10% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 47,10€ (=104.316,04€:221.482,08€x100). Στην τρίτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια της για την απαίτηση της ύψους 14.148,65 € (6,39% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), θα καταβάλλει μηνιαίως ποσό 6,39€ (=14.148,65€:221.482,08×100).  Τα ως άνω δε ποσά, θα καταβάλλονται από τον αιτούντα στις μετέχουσες στη παρούσα δίκη πιστώτριες, με την επιφύλαξη της μη μεταβολής των εισοδημάτων του.  Οι τυχόν πραγματοποιηθείσες από την έκδοση της ως άνω από 14-05-2015 προσωρινής διαταγής καταβολές του ποσού των 50 ευρώ, μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης, από τον αιτούντα στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες του, συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα.

         ΟΡΙΖΕΙ την αποπληρωμή της διαφοράς που υπολείπεται μεταξύ των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν βάση της διάταξης του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010 και των καταβολών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§2 του ίδιου νόμου, εντόκως μέσα σε ένα έτος από την λέξη  της πενταετίας, ήτοι κατά το έκτο έτος, με επιτόκιο αυτό, (το ισχύον κατά τη λήξη των πενταετών καταβολών), των Πράξεων Κύρια Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος ιδιοκτησίας του και συγκεκριμένα μία μονοκατοικία επιφανείας 65,67 τ.μ. κείμενης σε οικόπεδο επιφανείας 1.312 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού Κ…… Α……, έτους κατασκευής 1985.
         ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει στην τρίτη μετέχουσα στην δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.» για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, το ποσό των 151,14 ευρώ το μήνα και επί 240 μήνες (20 έτη x 12 μήνες). Η καταβολή των δόσεων αυτών θα ξεκινήσει έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

                   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Κ……… Α……, σε έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 01 Δεκεμβρίου 2016, απουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, παρουσία της Γραμματέα της Έδρας Ε…..  Μ…..
          Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                

               Ε…… Μ……                                      Ε…. Μ….
Πηγή: Δικηγόρικό γραφείο Αννας Κορσάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια: