Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Καταπέλτης η απόφαση κατά της Εθνικής Τράπεζας για δάνεια σε CHF

Μια νέα απόφαση επί συλλογικής αγωγής, αυτή την φορά κατά της ΕΤΕ έρχεται να ταράξει τα νερά αναφορικά με τα δάνεια σε CHF. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος της απόφασης αυτούσιο, για δύο λόγους: α) δεν μπορεί να γίνει σαφέστατο και κατανοητότερο για τον μέσο αναγνώστη, το πώς λειτουργούσε παράνομα και καταχρηστικά η τράπεζα και
β) για το ότι η απόφαση επί συλλογικής αγωγής δεν εξασφαλίζει τα προσωπικά δάνεια του κάθε δανειολήπτη. Η απόφαση αυτή ανοίγει το δρόμο για τις ατομικές αγωγές, που πρέπει να γίνουν αν θέλουν οι δανειολήπτες να γυρίσουν το δάνειό τους στην αρχική ισοτιμία.
Της Αναστασίας Μήλιου*
Αντικείμενο της συλλογικής αγωγής της αποτελεί η προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση επί της συλλογικής αγωγής καθορίζει το μέτρο της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς των προμηθευτών ώστε να μην προσκρούει στα γενικότερα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση επί συλλογικής αγωγής που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένου καταναλωτές.
Άσκηση συλλογικής αγωγής από σωματεία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των καταναλωτών, για το λόγο αυτό τα αιτήματα της αγωγής που κατατείνουν στην διασφάλιση του ατομικού καταναλωτικού συμφέροντος πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Μη προσήκουσα ενημέρωση των δυνητικών δανειοληπτών εκ μέρους της τράπεζας σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειές τους που είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών δανειοληπτών.
II. Από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 έως 19 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», συνάγεται σαφώς ότι ανατέθηκε σε ενώσεις καταναλωτών με σωματειακό χαρακτήρα η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού με την άσκηση συλλογικής αγωγής. H δε εκδιδομένη απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης έχει υπαγάγει την εκδίκαση της συλλογικής αγωγής στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Αντικείμενο της αγωγής αυτής, την οποία οι ενώσεις αυτές μπορούν να ασκήσουν εναντίον των προμηθευτών, είναι η δικαστική βεβαίωση αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς και η απαγόρευση της ή η ρύθμιση κατάστασης κατά τρόπο που να μην προσβάλλει τα συμφέροντα των καταναλωτών. Ειδικότερα αντικείμενο της συλλογικής αγωγής αποτελεί η «προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Σε αντίθεση προς την ατομική, η συλλογική έννομη προστασία αναφέρεται στο καταναλωτικό κοινό ως σύνολο και όχι σε ατομικώς θιγόμενο καταναλωτή.
Συνεπώς αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται ύστερα από την άσκηση συλλογικής αγωγής δεν είναι η διάγνωση οποιασδήποτε αξιώσεως της ένωσης καταναλωτών κατά του προμηθευτή. Η άσκηση της αγωγής αυτής δεν εισάγει «διαφορά ιδιωτικού δικαίου», με την έννοια του άρθρου 1 εδ. α’ ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αντικείμενο της συλλογικής αγωγής είναι η διαπίστωση της αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς του προμηθευτή, η απαγόρευση της και η ρύθμιση της καταστάσεως κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην έρχεται σε σύγκρουση με το γενικότερο καταναλωτικό συμφέρον, αποβλέπει δηλαδή στην αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση κατάστασης.
Το Δικαστήριο κατά την παροχή συλλογικής έννομης προστασίας δεν λειτουργεί αποκαταστατικώς. Αντιθέτως, η απόφαση επί της συλλογικής αγωγής καθορίζει το μέτρο της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς των προμηθευτών, ώστε αυτή να μην προσκρούει στα γενικότερα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού.
Κατά συνέπεια η απόφαση επί συλλογικής αγωγής που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένους καταναλωτές, έστω και αν αυτοί είναι μέλη της ενώσεως που άσκησε την αγωγή.
Η επέλευση η μη της ακυρότητας των ενσωματωμένων όρων αποτελεί έργο της αποκαταστατικής λειτουργίας, την οποία τα δικαστήρια επιτελούν στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας τους. Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι το διακύβευμα της συλλογικής έννομης προστασίας δεν είναι οποιαδήποτε ατομική έννομη σχέση, αξίωση ή δικαίωμα, αλλά μόνον το γενικότερο συμφέρον του καταναλωτικού κοινού, ως συνόλου.
Για να κριθεί αν υπάρχει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί η συμβατική ισορροπία, η οποία υπάρχει, όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατανέμονται και ισορροπούν με τρόπο όμοιο, με αυτόν που επιτυγχάνεται με τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου.
Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης.
Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων (στη συγκεκριμένη σύμβαση) μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Ερευνάται, δηλαδή, ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες με δικές του ενέργειες.
Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές, και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη.
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Οι ως άνω περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας.
Η αρχή της διαφάνειας συμπτύσσεται σε ένα τρίπτυχο επιμέρους κατευθύνσεων που πρέπει να διακρίνει τους ΓΟΣ. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, η δεύτερη πτυχή αφορά στο ορισμένο (ή οριστό), του περιεχομένου των όρων και η τρίτη πτυχή η απαγόρευση απροσδόκητων ρητρών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.
Επιπλέον άκυρος είναι ένας ΓΟΣ, ο οποίος επιφέρει περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης ή και αλλοίωση της νομικής φύσης της επιλεχθείσας σύμβασης.
Η ματαίωση του σκοπού της σύμβασης επέρχεται, όταν ο συγκεκριμένος ΓΟΣ προκαλεί τέτοιες έννομες συνέπειες και προκαλεί τέτοια οικονομικά αποτελέσματα, ώστε να αλλοιώνει το άμεσα σκοπούμενο νομικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Επίσης, είναι άκυρος ο ΓΟΣ που οδηγεί σε διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας του καταναλωτή ως προς τη φύση της παρεχόμενης σ’ αυτόν υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως.
Συνεπώς είναι άκυρος ο ΓΟΣ που σε μια σύμβαση δανείου, καταναλωτή και τράπεζας, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή – πελάτη, αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα.
Προς την κατεύθυνση της προβλεψιμότητας που επιβάλλει η αρχή της διαφάνειας και της αποτροπής διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή υπάρχει ανάγκη της προστασίας των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή – πελάτη, στις λεγόμενες απροσδόκητες ρήτρες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή στις ρήτρες εκείνες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον καταναλωτή – πελάτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, δηλαδή στοιχεία που είναι συνήθως και τα μόνα που πράγματι εξετάζει ο καταναλωτής – πελάτης.
Συνεπώς ένας όρος (ΓΟΣ), ο οποίος δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας, είναι άκυρος.
Από το έτος 2006 μέχρι και τα τέλη του έτους 2009, παρατηρήθηκε αυξητική τάση στη σύναψη στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο. Αυτό οφειλόταν, τόσο στην διαφημιστική προώθηση των εν λόγω δανείων από τις συστημικές τράπεζες (συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης), όσο και στο γεγονός της σημαντικής αύξησης του επιτοκίου Euribor κατά την ως άνω χρονική περίοδο. Η παραπάνω αύξηση του επιτοκίου Euribor, διαμόρφωσε το συνολικό κόστος δανεισμού σε ευρώ σε αρκετά υψηλά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη και το περιθώριο επιτοκίου.
Συγκεκριμένα, η εναγόμενη μπορούσε να δανείζεται στην διατραπεζική αγορά ελβετικά φράγκα με το επιτόκιο libor Λονδίνου και να προβαίνει σε δανεισμό, με αποτέλεσμα, συγκρινόμενα τα δάνεια σε ευρώ να εμφανίζουν επιτοκιακό πλεονέκτημα, διότι τα δάνεια σε ευρώ συνδέονταν με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ή το Euribor.
Με τα δεδομένα αυτά, αποφασίστηκε από την εναγόμενη η διάθεση νέων στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο καθώς και ο σχεδιασμός προώθησης αυτών των προϊόντων από το παραγωγικό της δίκτυο στους καταναλωτές. Για την αποτελεσματική διάθεση του νέου αυτού προϊόντος, τα υποκαταστήματα της εναγόμενης λάμβαναν οδηγίες από την διεύθυνση πωλήσεων της τελευταίας σύμφωνα με τις οποίες όφειλαν να προβάλλουν κατάλληλα στη δυνητική πελατεία τους (καταναλωτές), τόσο τα πλεονεκτήματα του νέου προϊόντος (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, κ.α.), όσο και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του.
Στο πλαίσιο δε, της διευκόλυνσης των υποκαταστημάτων στην ανωτέρω προσπάθεια, αναρτήθηκε, με μέριμνα της διεύθυνσης κτηματική πίστης στην ιστοσελίδα της στο Internet συνοπτική παρουσίαση, στην οποία περιγράφονται τόσο τα ισχυρά σημεία – πλεονεκτήματα του εν λόγω προϊόντος, όσο και η δυνητική πελατεία (καταναλωτές), στην οποία απευθύνονται.
Τα παραπάνω συνοψίζονται στην από 22-01-2007 εγκύκλιο που εξέδωσε η εναγόμενη στο πλαίσιο της ενημέρωσης των καταστημάτων της για το προαναφερόμενο προϊόν. Με την εγκύκλιο αυτή τα αρμόδια στελέχη των υποκαταστημάτων της εναγόμενης όφειλαν να ενημερώνουν, τους υποψήφιους δανειολήπτες για την πλήρη κατανόηση του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβαναν με τη λήψη στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο.
Ωστόσο στις οδηγίες αυτές, που εμπεριέχονται και συνοψίζονται στην παραπάνω εγκύκλιο της εναγόμενης, δεν προκύπτει, κατά πρώτον, ότι η ενημέρωση για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν οι καταναλωτές με την ως άνω σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο, θα ήταν έγγραφη ή προφορική και κατά δεύτερον δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας θα ενημέρωναν τους δανειολήπτες ώστε να εξασφαλιζόταν, με βεβαιότητα, ότι οι τελευταίοι θα είχαν κατανοήσει την επικινδυνότητα του εν λόγω προϊόντος, δεδομένου ότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (όπως του ελβετικού φράγκου με το ευρώ), εξαρτάται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, από μια σειρά απρόβλεπτων προσδιοριστικών παραγόντων, όπως είναι,
α) οι κοινωνικοπολιτικές – οικονομικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν αύξηση στη ζήτηση για συναλλαγές και ξένο νόμισμα, οδηγώντας στην πτώση της αξίας του εγχώριου νομίσματος,
β) ο πληθωρισμός, ο οποίος αν βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, συνεπάγεται για μια χώρα, μειωμένη ζήτηση για το εθνικό της νόμισμα από τα υπόλοιπα κράτη,
γ) από τα προσφερόμενα προϊόντα και τις υπηρεσίες των ξένων κρατών όπου δεν υπάρχει δυνατότητα απόκτησης τους στην εγχώρια αγορά και ως εκ τούτου η ζήτηση συναλλάγματος για την εισαγωγή τους, θα σημειώσει αύξηση,
δ) από το ισοζύγιο πληρωμών και το έλλειμμα ενός κράτους,
ε) από τον τρόπο δράσης, τις ανακοινώσεις και τις πολιτικές ενός κράτους και της κεντρικής του τράπεζας, κ.α.. Ως εκ τούτου οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγόμενης ότι η συναλλαγματική ισοτιμία αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, θα πρέπει να απορριφθούν δεδομένου ότι,
α) ο προσδιορισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν προέρχεται από αυστηρά θεσπισμένους και «εκ των προτέρων διαμορφωμένους διεθνείς μηχανισμούς», αλλά, αντιθέτως, εξαρτάται από αναρίθμητους και απροσδιόριστους παράγοντες που είναι αδύνατο να προβλεφθούν τόσο από τον μέσο καταναλωτή – δανειολήπτη, όσο και από ειδικούς και έμπειρους οικονομολόγους και
β) όφειλε η εναγόμενη να φροντίσει για την προσήκουσα ενημέρωση των δυνητικών δανειοληπτών και δη για την αποτελεσματική υλοποίηση όσων αναφέρονται στην ανωτέρω εγκύκλιο της, πριν από, τη σύναψη της σύμβασης η οποία (αποτελεσματική υλοποίηση της πληροφόρησης και ενημέρωσης, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες τους, η οποία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές, οι οποίοι κλήθηκαν• να αποφασίσουν αν επιθυμούν να δεσμευτούν από τους προδιατυπωμένους από αυτή όρους) δεν αποδείχθηκε.
Επιπλέον, δεν γίνεται σαφής διάκριση στην προαναφερθείσα εγκύκλιο, εάν η ενημέρωση επί του επίδικου προϊόντος θα γινόταν από ειδικούς και έμπειρους υπαλλήλους της ενάγουσας, οι οποίοι θα είχαν την απαιτούμενη γνώση και πιστοποίηση για την προώθηση ενός τέτοιου πολυσύνθετου προϊόντος.
Δεδομένου λοιπόν ότι η σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο δεν αποτελεί απλή σύμβαση στεγαστικού δανείου, αλλά στην ουσία είναι ένα πολυσύνθετο χρηματοοικονομικό προϊόν (καθόσον ο δανειολήπτης φέρεται να «λαμβάνει» το δάνειο σε ευρώ με «μετατροπή» του ελβετικού φράγκου σε ευρώ με την ισοτιμία που θα ίσχυε κατά τον χρόνο της εκταμίευσης ενώ οι δόσεις του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο), η ενάγουσα όφειλε να αναθέσει την ενημέρωση των καταναλωτών σε υπαλλήλους της (ή ειδικούς συμβούλους), που να διέθεταν ειδική πιστοποίηση, που ορίζει ότι οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για την ανάλυση κινητών αξιών και αγορών χρήματος και κεφαλαίου (όπως στην επίδικη περίπτωση), οφείλουν να διαθέτουν σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν εξετάσεων με ευθύνη της τελευταίας και της επιτροπής κεφαλαιαγοράς.
Σε συνέχεια των ανωτέρω και όσον αφορά στην φερόμενη κατά τίτλο «παρεχόμενη προστασία του δανειολήπτη», ως προς την πιθανή μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε βάρος του δανειολήπτη, ( π.χ. ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ), τυγχάνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανεπαρκής και βλαπτική για τον δανειολήπτη, διότι, α) η χρονική τής διάρκεια ήταν περιορισμένη (5 έως 6 έτη, για δάνεια 30 ή και 40 ετών), β) περιοριζόταν μόνο στην περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας πάνω από 5%, γ) αφορούσε μόνο τη δόση καθαυτή και όχι το οφειλόμενο κεφάλαιο, το οποίο προσαυξημένο με τη ζημιογόνα για τον δανειολήπτη, μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, υποχρέωνε σε παράταση του χρόνου συνολικής αποπληρωμής του δανείου, ακόμη και υπό την ισχύ του προγράμματος προστασίας, σε συνολική καθολική επιβάρυνση του δανειολήπτη με τη συναφή εκ της συναλλαγματικής μεταβολής, ζημία και δ) το κόστος του προγράμματος αυτού επιβάρυνε την μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση του δανειολήπτη (ανεξαρτήτως της ανατίμησης ή της υποτίμησης του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ).
Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα 2 επισυναπτόμενα – συγκριτικά παραδείγματα της εναγόμενης (με και χωρίς προστασία δόσης), αποτυπωμένα σε δύο πίνακες, είναι πρόχειρα και απλοϊκά, σε σχέση με την πολυπλοκότητα των επίδικων δανείων καθόσον περιορίζονται σε χαμηλό επιτόκιο και χαμηλές δόσεις. Ειδικότερα, τα εν λόγω παραδείγματα (τα οποία παρουσιάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται υπέρ του καταναλωτή), αφενός μεν, εναρμονίζονται με την προηγούμενη, βασική, οδηγία της εναγόμενης προς το παραγωγικό της δίκτυο, σύμφωνα με την οποία υποχρεούνταν οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της εναγόμενης να τονίζουν στους δυνητικούς δανειολήπτες, τόσο τα πλεονεκτήματα του επίδικου δανείου (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, κ,α.), όσο και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του ώστε να εμφανίζεται, το εν λόγω προϊόν, άκρως ελκυστικό και αφετέρου δεν αναφέρονται, με απτά παραδείγματα, οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι που κρύβονται στα επίδικα δάνεια, όπως είναι η πιθανή, μεγάλη, περιουσιακή βλάβη που μπορεί να υποστεί ο καταναλωτής από την μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την συνακόλουθη διαμόρφωση της δόσης σε υψηλά επίπεδα για πάρα πολλά έτη, χωρίς να μειώνεται το κεφάλαιο του δανείου.
Και ναι μεν η εναγόμενη παραθέτει δύο παραδείγματα δανείων (με και χωρίς προστασία της δόσης και με ελκυστικό επιτόκιο για τον δανειολήπτη), πλην όμως, εκ των δύο παραδειγμάτων, θα έπρεπε, τουλάχιστον, στο ένα να αποτυπώνεται η οφειλή, και η μηνιαία δόση σε περίπτωση θετικής εξέλιξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ και στο άλλο, η μηνιαία δόση και η οφειλή στην περίπτωση της αρνητικής εξέλιξης της, ως άνω, συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον δυνητικό δανειολήπτη οι σοβαρές συνέπειες που θα είχε στην περιουσία του μια βίαιη μεταβολή στη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, με ανατίμηση του πρώτου, έτσι ώστε η πληροφόρηση που παρείχε η εναγομένη να ήταν πραγματική και αποτελεσματική, και να μην περιορίζεται σε «διαφήμιση» μόνο του καταναλωτικού προϊόντος της.
Εξάλλου, στα ίδια παραδείγματα θα έπρεπε να επεξηγείται (αλλά και στους επίδικους όρους της σύμβασης, να εκτίθεται) κατά τρόπο εναργή η συγκεκριμένη λειτουργία του μηχανισμού στον οποίο αφορά η οικεία ρήτρα περίσυναλλαγματικής ισοτιμίας καθώς και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και εκείνου που προβλέπει ή ρήτρα περί μεταβολής και διακύμανσης του επιτοκίου, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις προς αυτόν οικονομικές συνέπειες (τόσο ως προς τη διαμόρφωση του ύψους της δόσης, αλλά και του οφειλόμενου κεφαλαίου) του συνδυασμού των δύο ρητρών. Ως εκ τούτου, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η παραπάνω ενημέρωση «με μαθηματικό σχεδιάγραμμα μεταβολής της ισοτιμίας», καθιστούσε αμέσως αντιληπτό από τον δανειολήπτη ποιες θα είναι «οι συγκεκριμένες συνέπειες», στη διαμόρφωση των τοκοχρεωλυτικών του δόσεων σε περίπτωση μεταβολής τη ισοτιμίας, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Περαιτέρω και με βάση τις ως άνω οδηγίες της εναγόμενης προς τους υπαλλήλους της, αποδείχθηκε ότι, από την 22-01-2007 και έκτοτε, δίνονταν από την εναγόμενη δάνεια, ιδίως στεγαστικά, σε ελβετικά φράγκα, δηλαδή εμπεριείχαν ρήτρα συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ειδικότερα, ο δανειολήπτης (μετά την προπεριγραφόμενη, ελλιπή, ενημέρωση που λάμβανε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης οι οποίοι παρουσίαζαν, κατά τα ανωτέρω, το εν λόγω προϊόν άκρως ελκυστικό), φερόταν να «λαμβάνει», το δάνειο σε ευρώ ύστερα από «μετατροπή», του ελβετικού νομίσματος(στο οποίο είχε συναφθεί το δάνειο), σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο της εκταμίευσης, προφανώς για να έχει ο δανειολήπτης το ευνοϊκότερο γι’ αυτόν επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, κατά τη σταδιακή, με τοκοχρεωλυτικές δόσεις, επιστροφή του δανείου.
Ειδικότερα κατά το προσυμβατικό στάδιο η εναγόμενη δεν εμφάνισε ούτε στη σύμβαση ούτε σε χωριστό έγγραφο, τουλάχιστον, ένα ρεαλιστικό παράδειγμα διαμόρφωσης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών στο μέλλον, το οποίο να στηρίζεται στην εκδοχή ότι θα μεταβαλλόταν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση η ισοτιμία των δυο νομισμάτων, παρόλο που η διακύμανση, ακόμα και με μεγάλες αποκλίσεις, της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι αναμενόμενη σε βάθος χρόνου, ιδίως σε βάθος 30ετίας (όπως ήταν τα περισσότερα επίδικα δάνεια), πράγμα που γνώριζε η εναγόμενη ακριβώς λόγω της ιδιότητας της ως τράπεζας, δηλαδή του αντικειμένου των εργασιών της, ενώ η σταθερότητα της ισοτιμίας προβαλλόταν ιδιαιτέρως ως παράγων εξασφαλιστικός των ωφελημάτων σύναψης των συμβάσεων αυτών. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη είχε πληροφορηθεί, ήδη από το 2007, σχετικά με το συναλλαγματικό κίνδυνο υποτίμησης του ευρώ κατά ποσοστό έως και 30%, σύμφωνα με την έκθεση και της υποδείξεις του Δ.Ν.Τ., κατά το παραπάνω έτος.
Ο τρόπος, άλλωστε, με τον οποίο προβαλλόταν από τους υπαλλήλους της εναγόμενης το συγκεκριμένο καταναλωτικό προϊόν (σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες της διεύθυνσης πωλήσεων της εναγόμενης), η ελλιπής ενημέρωση του καταναλωτή ως προς τους προσδιοριστικούς παράγοντες της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το ευρώ και τις συνέπειες του συσχετισμού του συναλλαγματικού κινδύνου, με μία ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου (στο ζήτημα δε του συσχετισμού των δύο αυτών παραγόντων, η πληροφόρηση αποδεικνύεται ανύπαρκτη), καθώς και τα προαναφερόμενα παραδείγματα, όπου αποτυπώνονταν κυρίως τα θετικά στοιχεία της ως άνω συναλλαγματικής ισοτιμίας (χαμηλό επιτόκιο, χαμηλή μηνιαία δόση), δημιουργούσε στον μέσο καταναλωτή την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι υποχρεώσεις του θα παρέμεναν, αν όχι αμετάβλητες, πάντως σταθερές με μικρές αποκλίσεις στο μέλλον.
Τούτο δε, επιτυγχανόταν και με την, εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης, πρόταξη, της φήμης του ελβετικού νομίσματος ως ισχυρού, όπερ, στο πλαίσιο ενημέρωσης για ενδεχόμενη επένδυση στο νόμισμα αυτό. θα ήταν θεμιτό, ενώ στο πλαίσιο συζήτησης περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου και υπό την προϋπόθεση ανατίμησης του ισχυρού, νομίσματος δεν είναι.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενημέρωση των δανειοληπτών δεν έγινε από εξειδικευμένους υπαλλήλους της εναγόμενης, όπως τούτο επιτασσόταν, κατά τα ανωτέρω, από τη Τράπεζα της Ελλάδος, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να πληροφορηθούν, εμπεριστατωμένα, για τους κινδύνους που αναλάμβαναν έναντι μιας μελλοντικής σοβαρής μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ καθώς και τις συνέπειες που θα είχε το γεγονός αυτό στην αποπληρωμή των ένδικων δανείων.
Σε κάθε περίπτωση η ενημέρωση από τους υπαλλήλους της εναγόμενης έπρεπε να είναι επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις και να περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον, τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια σοβαρή υποτίμηση του ευρώ ή μια ανατίμηση του ελβετικού φράγκου σε συνδυασμό με τυχόν αύξηση του επιτοκίου.
Εξάλλου, η υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων συμβάσεων και επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης, για επαρκή πληροφόρηση και ενημέρωση, διότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων και δύναται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών.
Περαιτέρω, η εξέλιξη αναφορικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των δανειοληπτών από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, πολυετούς διάρκειας, υπήρξε δυσμενής, για τους τελευταίους. Ειδικότερα, ενώ η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο το έτος 2007(οπότε και η εναγόμενη ξεκίνησε να χορηγεί τα επίδικα δάνεια), ανερχόταν σε ένα (1), ευρώ προς 1,61 ελβετικά φράγκα, σταδιακά άλλαζε λόγω ισχυροποίησης του ελβετικού φράγκου και έφθασε το έτος 2015 στη σχέση ένα (1) ευρώ προς 1,027 ελβετικά φράγκα.
Οι ως άνω αρνητικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, προς το ελβετικό φράγκο οδήγησαν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές εκ μέρους των δανειοληπτών. Μάλιστα το τελευταίο διάστημα, οι βίαιες μεταβολές της ισοτιμίας είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση της αξίας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, με ορίζοντα μόνιμο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο όρος ο οποίος ήταν προ-διατυπωμένος από την εναγόμενη, κατά το μέρος που ρυθμίζει την συναλλαγματική ισοτιμία με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, καθ’ όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, είναι ασαφής, αόριστος και ακατανόητος, τόσο ως προς τη γραμματική διατύπωση του, αλλά, κυρίως, όσο και προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα του στις οικονομικές υποχρεώσεις των δανειοληπτών και περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της εναγόμενης και των ως άνω δανειοληπτώνκαι ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος.
Ειδικότερα, με τον ως άνω όρο των επίδικων συμβάσεων παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας των γενικών όρων συναλλαγών.
Συγκεκριμένα, αν και ο παραπάνω ΓΟΣ ρυθμίζει το περιεχόμενο της αντιπαροχής του οφειλέτη -δανειολήπτη, καθορίζει την μηνιαία δόση του δανειολήπτη, τις καταβολές που πρέπει αυτός να κάνει προς την εναγόμενη προς αποπληρωμή του κεφαλαίου του όσο και των τόκων που προκύπτουν (παραπέμποντας στον αντίστοιχο όρο περί καθορισμού του επιτοκίου, δηλαδή, «το επόμενο άρθρο», άνευ ετέρου τινός),εντούτοις έχει τέτοια (ελλειπτική)διατύπωση που δεν αφήνει να διαφανούν τα μειονεκτήματα και οι επιβαρύνσεις που αυτός ενσωματώνει.
Πιο συγκεκριμένα, οι καταναλωτές κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν με ευκρίνεια ότι, – αναλάμβαναν μεταβλητούς κινδύνους (και δη το συνδυασμό του συναλλαγματικού κινδύνου με την ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου του ξένου νομίσματος) και μάλιστα με την υποχρέωση μακροχρόνιας δέσμευσης. Επιπλέον με τον ανωτέρω όρο δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα καθώς και η σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου (μεταξύ των οποίων και ή προαναφερθείσα περί προσδιορισμού του επιτοκίου), ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να εκτιμήσουν, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες τις οποίες τα ανωτέρω συνεπάγονται.
Έτσι οι καταναλωτές (οι οποίοι, ανεξαρτήτως του μορφωτικού τους επιπέδου, δεν διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις ως προς τις συναλλαγές σε προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος), αδυνατούσαν όχι μόνο να πληροφορηθούν την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου νομίσματος (ελβετικό φράγκο), αλλά και να αξιολογήσουν τις οικονομικές συνέπειες που θα συνεπαγόταν γι’ αυτούς η εφαρμογή της ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας για τον υπολογισμό των δόσεων (των οποίων εν τέλει, θα ήταν και οι τελικοί υπόχρεοι), καθώς και του συνολικού ύψους των δανείων.
Άλλωστε, σαφώς αποδείχθηκε ότι το σύνολο, σχεδόν, των επίδικων δανειακών συμβάσεων αφορά σε δάνεια στεγαστικά ή σε αναχρηματοδότηση τέτοιων δανείων, γεγονός από το οποίο συνάγεται πως, η εναγομένη απέβλεπε στην προώθηση του εν λόγω προϊόντος της σε καταναλωτικό κοινό το οποίο, κατά τεκμήριο και υπό την προϋπόθεση ακόμη ότι είναι ευλόγως επιμελές και ενημερωμένο, θα δυσκολευόταν να αντιληφθεί τον κίνδυνο που αναλάμβανε (και δη να αξιολογήσει Τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μίας ρήτρας όπως η επίδικη στις οικονομικές του υποχρεώσεις) χωρίς την απαιτούμενη ειδική και επαρκή κατά τα ανωτέρω πληροφόρηση και σαφήνεια των συμβατικών όρων, σε αντίθεση με την περίπτωση κατά την οποία θα απευθυνόταν σε κοινό που θα επιζητούσε επιχειρηματικά χρηματοδοτικά προϊόντα.
Επί τη βάσει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο επίδικος όρος οδηγεί ουσιαστικά στην διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών – δανειοληπτών με την εξέλιξη της συναλλακτικής τους σχέσης με την εναγόμενη. Οι καταναλωτές κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης βιώνουν ανατροπή θεμελιωδών στοιχείων της γνώσης τους και της προσλαμβάνουσας αντίληψης τους για το περιεχόμενο και το νόημα των επίδικων συμβάσεων. Αυτό συμβαίνει καθώς οι καταναλωτές προσμένουν ότι για όσο χρονικό διάστημα επιμελώς θα αποπληρώνουν το δάνειο τους, θα μειώνεται και το οφειλόμενο κεφάλαιο των δανείων.
Δεν είχε γίνει κατανοητό από τους δανειολήπτες κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων ότι μπορεί να συμβεί το αντίθετο και αποτελεί δικαιολογημένη και καλλιεργημένη από την τράπεζα προσδοκία (κατά τα ανωτέρω), ότι με κάθε μηνιαία δόση που καταβάλει μειώνει και το χρέος του έναντι της τράπεζας. Συνεπώς, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τον δανειολήπτη ότι όσο αποπληρώνει το δάνειο, τόσο αυτό μειώνεται ως χρέος.
Οι παραπάνω, όμως, αρνητικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ οδήγησαν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές εκ μέρους των δανειοληπτών, κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, αποτελεί πλήρη διάψευση κάθε δικαιολογημένης προσδοκίας των δανειοληπτών, ότι εξαιτίας του παραπάνω ΓΟΣ μπορεί να αποπληρώνουν επί αρκετά έτη τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής των δανείων τους χωρίς να απομειώνονται τα οφειλόμενα δάνεια.
Σημειωτέον δε ότι ο επίμαχος όρος είναι μεν σαφής ως προς τη γραμματική του διατύπωση, πλην όμως, το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του (άνευ άλλου δηλαδή), για τη διαπίστωση της εγκυρότητάς του καθώς υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη, ότι, δηλαδή, καταβάλλοντος τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου, αλλά και λόγω της εν γένει λειτουργίας του συμβατικού μηχανισμού στον οποίο εντάσσεται η ρήτρα αυτή.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαταράσσεται σημαντικά και η ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σε βάρος των δανειοληπτών, καθόσον ο επίμαχος (ΓΟΣ), οδηγεί στη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας τους ως προς τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της σύμβασης. Επιπλέον:
α) Κάθε όρος(ΓΟΣ), μιας καταναλωτικής σύμβασης στον οποίο αποτυπώνονται οι υποχρεώσεις του καταναλωτή, ελέγχεται ως προς τη διαφάνεια του και την ευκρίνεια με την οποία αναδεικνύει την αιτία και το ύψος των επιβαρύνσεων του τελευταίου, ακόμη και εάν αποτελεί στοιχείο της κύριας παροχής της συμβάσεως, δηλαδή, ακόμη και αν συνιστά ουσιώδες στοιχείο αυτής και αφορά στην ιδία τη φύση της υποχρέωσης του οφειλέτη.
β) ο προ διατυπωμένος – στερεότυπος, όρος (ΓΟΣ), κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι καταβολές που λάμβαναν χώρα σε ευρώ καθ’ όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των επίδικων δανείων, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου άκυρος και καταχρηστικός, καθώς δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας. Δεν επιτρέπει στον καταναλωτή – δανειολήπτη να αντιληφθεί επαρκώς, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και χωρίς μετασυμβατική εξωτερική βοήθεια, την έκταση των επιβαρύνσεων που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης,
γ) επίσης, ο επίμαχος ΓΟΣ είναι άκυρος λόγω διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του δανειολήπτη καταναλωτή καθώς ανατρέπει αδικαιολόγητα την βασική προσμονή ότι όσο θα αποπληρώνει το χρέος του, τόσο θα απομειώνεται αυτό ή τουλάχιστον δεν θα αυξάνεται,
δ) ο παραπάνω ΓΟΣ είναι άκυρος και για τον επιπλέον λόγο, διότι, αλλοιώνει και ανατρέπει τη νομική φύση και τον κύριο συμβατικά σκοπό της σύμβασης καταναλωτικού στεγαστικού δανείου καθώς μετατρέπει τον δανειολήπτη – καταναλωτή ενεργό και καθημερινό συμμέτοχο στη μεταβαλλόμενη και απροσδιόριστη αγορά συναλλάγματος.
*ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 6945-028153, 213-0338950
e-mail: natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr
www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Συγκρότηση Επιτροπών Φιλικού Διακανονισμού (Ε.Φ.Δ)

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018


Στις Περιφερειακές Ενότητες της χώρας  η Συγκρότηση Επιτροπών Φιλικού Διακανονισμού σύμφωνα με το υπαρ. 4226/25.1.2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Καταναλωτή όπου αναφέρεται:.
Στο άρθρο 11 του ν.2251/2014 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει προβλέπεται  ότι:
"1.Στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας, καθώς και στην έδρα κάθε επαρχείου, συστήνεται από τον οικείο Αντιπεριφερειάρχη επιτροπή Φιλικού Διακανονισμού για την εξώδικη επίλυση διαφορών ανάμεσα σε προμηθευτές και σε καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών.
2.Οι  επιτροπές είνει τριμελείς και αποτελούνται α) Έναν δικηγόρο μέλος του οικείου δικηγορικού συλλόγου, που προτείνεται με τον αναπληρωτή του από το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου, ως Πρόεδρο. β) Έναν εκπρόσωπο του τοπικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου,που προτείνεται με τον αναπληρωτή του,, από το διοικητικό συμβούλιο του Επιμελητηρίου γ)έναν εκπρόσωπο των τοπικών ενώσεων καταναλωτών
  Ο γραμματέας της επιτροπής με τον αναπληρωτή του προέρχονται  από το Τμήμα Εμπορίου της \Διεύθυνσης Ανάπτυξης της οικείας Περιφερειακής Ενότητας και προτείνονται στον Συνήγορο του Καταναλωτή από τον οικείο Αντιπεριφερειάρχη.
Η Θητεία των μελών των Επιτροπών φιλικού διακανονισμού είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται μια ή περισσότερες φορές

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

COMMERCIAL VALUE οι καταβολές


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, 13/11/2017

Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής των εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και COMMERCIAL VALUE AAΕ, σε συνέχεια των ανακοινώσεων σχετικά με τις προσωρινές διανομές ποσών στους δικαιούχους απαιτήσεων που έχουν ενταχθεί στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής και στους δικαιούχους που εντάσσονται σε αυτήν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενημερώνει σχετικά με το διάστημα Οκτωβρίου 2016 - Οκτωβρίου 2017, τα εξής:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, 31/10/2017

Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής των εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και COMMERCIAL VALUE AAΕ, σε συνέχεια των ανακοινώσεων σχετικά με τις προσωρινές διανομές ποσών στους δικαιούχους απαιτήσεων που έχουν ενταχθεί στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής και στους δικαιούχους που εντάσσονται σε αυτήν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενημερώνει σχετικά με το διάστημα Οκτωβρίου 2016 - Σεπτεμβρίου 2017, τα εξής:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, 05/09/2017

Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής των εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και COMMERCIAL VALUE AAΕ, σε συνέχεια των ανακοινώσεων σχετικά με τις προσωρινές διανομές ποσών στους δικαιούχους απαιτήσεων που έχουν ενταχθεί στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής και στους δικαιούχους που εντάσσονται σε αυτήν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενημερώνει σχετικά με το διάστημα Οκτωβρίου 2016 - Ιουλίου 2017, τα εξής:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, 31 Ιουλίου 2017

Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής των εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και COMMERCIAL VALUE AAΕ, σε συνέχεια των ανακοινώσεων σχετικά με τις προσωρινές διανομές ποσών στους δικαιούχους απαιτήσεων που έχουν ενταχθεί στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής και στους δικαιούχους που εντάσσονται σε αυτήν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενημερώνει σχετικά με το διάστημα Οκτωβρίου 2016 - Ιουνίου 2017, τα εξής:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, 30 Ιουνίου 2017

Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής των εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και COMMERCIAL VALUE AAΕ, σε συνέχεια των ανακοινώσεων σχετικά με τις προσωρινές διανομές ποσών στους δικαιούχους απαιτήσεων που έχουν ενταχθεί στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής και στους δικαιούχους που εντάσσονται σε αυτήν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενημερώνει σχετικά με το διάστημα Οκτωβρίου 2016 - Ιουνίου 2017, τα εξής:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, 14 Ιουνίου 2017

Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής των εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και COMMERCIAL VALUE AAΕ, σε συνέχεια των ανακοινώσεων σχετικά με τις προσωρινές διανομές ποσών στους δικαιούχους απαιτήσεων που έχουν ενταχθεί στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής και στους δικαιούχους που εντάσσονται σε αυτήν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενημερώνει σχετικά με το διάστημα Οκτωβρίου 2016 - Μαΐου 2017, τα εξής:

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Δήλωση συμμετοχής μερίσματος για ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ-COMMERCIAL VALUE


 ΕΠΕΙΓΟΝ 










ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 15-02-2018

  Ενημερώνουμε  τους πολίτες της Κρήτης, που δεν έχουν δηλώσει δικαιούχοι από ασφάλιση ζωής ,Ασπίς Πρόνοια-Commercial value, και θέλουν να συμμετέχουν στο μέρισμα , να επικοινωνήσουν άμεσα με την ΄Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης, για την  σχετική πιστοποίηση και εν συνεχεία , αίτηση απαίτησης από την εκκαθάριση για την χορήγηση της δικαιούμενης διανομής χρημάτων .
Επίσης, διευκρινίζεται  από την εκκαθάριση, η διαδικασία προσωρινής διανομής, είναι σε εξέλιξη και θα είναι, έως ότου καταβληθεί, στο σύνολο των πιστοποιημένων δικαιούχων, το ποσό των προσωρινών διανομών, για το οποίο έχει διατηρηθεί απόθεμα. Οι καταβολές των ποσών στους δικαιούχους θα πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ακολουθώντας την ολοκλήρωση της διαδικασίας πιστοποίησης – επαλήθευσης.
Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι δικαιούχοι, μπορούν να απευθύνονται στην ΄Ενωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης  ,  μέλη της ή μη,στα γνωστά τηλέφωνα 2821092306 ,2821092666 και 2842020140
Έπειτα από τα παραπάνω,  η ΄Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης, καθησυχάζει τα μέλη της, που μέσω αυτής πιστοποιήθηκαν , να μην ανησυχούν ,ο έλεγχος των διαβιβαζομένων   αιτήσεων απαιτήσεων, από τα συμβόλαια τους, ελέγχονται από την εκκαθάριση και εν  συνεχεία πιστώνονται τα χρήματα στους τραπεζικούς  λογαριασμούς που έχουν δηλωθεί.
Για περισσότερη ενημέρωση στα τηλ.της ΄Ένωσης 2821092306, 2821092666


Η Πρόεδρος της ΄Ενωσης Καταναλωτών Κρήτης

Ιωάννα Μελάκη

ΝΟΜΟΣ 4469/ΦΕΚ 62/03.05.2017 Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και άλλες διατάξεις


Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1
Σκοπός ορισμοί

   1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ρυθμίζουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς οποιονδήποτε πιστωτή, οι οποίες είτε προέρχονται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία, εφόσον η ρύθμιση των εν λόγω οφειλών κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του οφειλέτη.

   2. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:
   α) Ως «μεγάλες επιχειρήσεις» νοούνται όσες, κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 4, είχαν κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) ευρώ ή έχουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνολικές υποχρεώσεις (ληξιπρόθεσμες ή μη) υψηλότερες από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.
   β) Ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται όσες δεν εμπίπτουν στον ορισμό της μεγάλης επιχείρησης.
   γ) Ως «συνοφειλέτης» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών του οφειλέτη. Στην έννοια του συνοφειλέτη περιλαμβάνεται και ο εγγυητής. Δεν συμπεριλαμβάνονται στην έννοια του συνοφειλέτη οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης με τον οφειλέτη έχουν αναλάβει να καλύψουν την παντός είδους ευθύνη του έναντι τρίτων.
   δ) Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοούνται τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μεταξύ αυτών και εκείνα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση, οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, καθώς και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α' 176), εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού.
   ε) Ως «πιστωτές» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Ελληνικού Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη.
   στ) «Απαρτία συμμετεχόντων πιστωτών» υπάρχει όταν συμμετέχουν στη διαδικασία πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Δεν λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό απαρτίας απαιτήσεις προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη και απαιτήσεις πιστωτών που δεν δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών σύμφωνα με τις παραγράφους 4, 6 και 7 του άρθρου 2 και το έκτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4.
   ζ) Ως «πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών» νοείται η πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών που σχηματίζεται με βάση ποσοστό επί του συνόλου των απαιτήσεων των συμμετεχόντων πιστωτών. Δεν λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της πλειοψηφίας συμμετεχόντων πιστωτών απαιτήσεις προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη.
   η) Ως «ποσοστό συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο» νοείται το ποσοστό των συμμετεχόντων πιστωτών που σχηματίζεται επί του συνόλου των απαιτήσεων των συμμετεχόντων πιστωτών που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 του Κ.Πολ.Δ.. Δεν λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο απαιτήσεις προσώπων συνδεδεμένων με τον οφειλέτη.
   θ) Ως «σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών» νοείται η πολυμερής δικαιοπραξία που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και των συμβαλλομένων πιστωτών στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου, έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση του συνόλου ή μέρους των οφειλών του οφειλέτη και αποσκοπεί στη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη.
   ι) Ως «πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη» νοούνται:
   αα) όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, οι σύζυγοι, οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη,
   ββ) όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν το νομικό πρόσωπο του οφειλέτη, καθώς και οι σύζυγοι και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του δεύτερου βαθμού των ανωτέρω φυσικών προσώπων. Επίσης, τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη.
   Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α' 251).
   ια) Ως «συμμετέχων πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που εκπροσωπείται ή συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης με σκοπό την κατάρτιση σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
   ιβ) Ως «συμβαλλόμενος πιστωτής » νοείται κάθε πιστωτής που συμβάλλεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.
   ιγ) Ως «μη συμβαλλόμενος πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που δεν συμβάλλεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, ανεξαρτήτως εάν συμμετείχε στη διαδικασία διαπραγμάτευσης.
   ιδ) Ως «εμπειρογνώμονας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει κατ' επάγγελμα υπηρεσίες παροχής χρηματοοικονομικών συμβουλών.
   ιε) Ως «εκτιμητής ακινήτων» νοείται ο πιστοποιημένος εκτιμητής ακινήτων που έχει καταχωριστεί στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107).
   ιστ) Ως «οφειλές προς το Δημόσιο» νοούνται οι απαιτήσεις του Δημοσίου που είναι ήδη βεβαιωμένες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α' 90), του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170) και του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α' 265), κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016, με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.
   ιζ) Ως «οφειλές υπέρ τρίτων» νοούνται οι κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016 ήδη βεβαιωμένες οφειλές υπέρ τρίτων πιστωτών, οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α' 90), με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.
   ιη) Ως «οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης» νοούνται οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που είναι ήδη βεβαιωμένες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α' 90) και του άρθρου 101 του ν. 4172/2013 (Α' 167), κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016, με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.
   ιθ) Στην έννοια των «οφειλών» συμπεριλαμβάνονται και οι οφειλές νομικών ή φυσικών προσώπων που προήλθαν από διαδοχή επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή η μεταβιβάζουσα επιχείρηση δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια του συνοφειλέτη της περίπτωσης γ'.

Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής

   1. Κάθε φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 47 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α'167) και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, εφόσον:
   α) κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016 είχε οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών ή οφειλή που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή είχε βεβαιωθεί η μη πληρωμή επιταγών εκδόσεώς του λόγω μη επαρκούς υπολοίπου κατά το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 (Α' 401) ή είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή δικαστικές αποφάσεις λόγω ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων εις βάρος του,
   β) οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές του ξεπερνούν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και
   γ) πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 3.

   2. Δεν έχουν δικαίωμα υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών:
   α) τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα,
   β) οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών που λειτουργούν στην Ελλάδα,
   γ) οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ), καθώς και οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), καθώς και οι διαχειριστές αυτών,
   δ) οι ασφαλιστικές εταιρίες.

   3. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών εφόσον:
   α) έχει υποβάλει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246) ή στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α' 153), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτησή του από τις εν λόγω διαδικασίες μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή
   β) έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής του οφειλέτη σε μία από τις αναφερόμενες στην περίπτωση α' διαδικασίες ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση υπαγωγής του στις παραπάνω διαδικασίες και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή
   γ) έχει διακόψει την επιχειρηματική του δραστηριότητα ή, σε περίπτωση νομικού προσώπου, βρίσκεται σε διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης, εκτός εάν υποβληθεί δήλωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου ή αποφασισθεί από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου η αναβίωσή του, πριν από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή
   δ) έχει καταδικασθεί με αμετάκλητη απόφαση το ίδιο το φυσικό πρόσωπο ή στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι ή οι διευθύνοντες σύμβουλοι ή οι διαχειριστές ή οι εταίροι ή και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών για ένα από τα ακόλουθα αδικήματα:
   αα) φοροδιαφυγή, εκτός αν αφορά μη απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας, φόρου κύκλου εργασιών, φόρου ασφαλίστρων, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών ή φόρου πλοίων,
   ββ) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπεξαίρεση, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, δωροληψία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, χρεοκοπία, ή απάτη, σε βαθμό κακουργήματος. Στην περίπτωση της απάτης, αν ο παθών είναι το Δημόσιο ή Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, αρκεί η καταδίκη σε βαθμό πλημμελήματος.
Επί νομικών προσώπων, η κατά τα ανωτέρω ποινική καταδίκη των παραπάνω προσώπων πρέπει να αφορά αξιόποινη πράξη που σχετίζεται με την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου το οποίο ζητεί την ένταξή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.

   4. Στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης δεν υπάγονται οφειλές του οφειλέτη που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.

   5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 21 του άρθρου 15, αν οι απαιτήσεις ενός πιστωτή υπερβαίνουν ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, η αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης του παρόντος μετά την υποβολή της, σύμφωνα με το άρθρο 4, προωθείται στον εν λόγω πιστωτή για διμερή διαπραγμάτευση. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 6 έως 14, με την εξαίρεση της παραγράφου 7 του άρθρου 9. Ο πιστωτής ενημερώνει την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία προώθησης της αίτησης για την επίτευξη ή μη συμφωνίας με τον οφειλέτη.

   6. Πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων: (α) δεν υπερβαίνουν ατομικά για κάθε πιστωτή το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ και ποσοστό ενάμισι τοις εκατό (1,5%) του συνολικού χρέους του οφειλέτη και (β) δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ και ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού χρέους του οφειλέτη δεν συμμετέχουν στη διαδικασία του παρόντος νόμου και δεν δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Αν οι απαιτήσεις που εμπίπτουν στα κριτήρια της περίπτωση α' υπερβαίνουν αθροιστικά ένα από τα κριτήρια της περίπτωση β', δεν συμμετέχουν στη διαδικασία του παρόντος νόμου και δεν δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών οι πιστωτές με τις μικρότερες απαιτήσεις έως τη συμπλήρωση του ποσοστού του δεκαπέντε τοις εκατό (15%) ή του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ. Οι λοιποί πιστωτές, ακόμα και εάν οι απαιτήσεις τους δεν υπερβαίνουν τα κριτήρια της περίπτωση α', συμμετέχουν στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης του παρόντος νόμου.

   7. Δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων λόγω παραβίασης των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 3 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α' 90).

Άρθρο 3
Κριτήρια επιλεξιμότητας

   1. Ο οφειλέτης που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 3 του ν. 4308/2014, κρίνεται επιλέξιμος για υπαγωγή στην εξω-δικαστική ρύθμιση οφειλών του παρόντος νόμου, εφόσον έχει θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4.

   2. Ο οφειλέτης που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4308/2014, κρίνεται επιλέξιμος για υπαγωγή στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών του παρόντος νόμου, εφόσον πληροί μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4:
   α) έχει θετικά αποτελέσματα προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων ή
   β) έχει θετική καθαρή θέση (equity).

Άρθρο 4
Υποβολή αίτησης

   1. Κάθε οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση για την υπαγωγή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών έως την 31η Δεκεμβρίου 2018, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2 και 3. Αποκλείεται η υποβολή δεύτερης αίτησης από τον ίδιο οφειλέτη όσο εκκρεμεί η πρώτη ή μετά τη σύνταξη από το συντονιστή πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας, σύμφωνα με την παράγραφο 16 του άρθρου 8, ή πρακτικού αποτυχίας για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στον παρόντα νόμο λόγους.

   2. Η αίτηση για την υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υποβάλλεται από τον οφειλέτη ηλεκτρονικά στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) με τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία τηρείται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Τα δεδομένα του οφειλέτη τηρούνται στη βάση δεδομένων της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για τρία (3) έτη από τη λήξη της εκτέλεσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ή από την ακύρωσή της ή από την τελεσιδικία της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της. Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν καταλήξει σε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, τα δεδομένα του διαγράφονται από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. τρία (3) έτη μετά την υποβολή τους. ΗΕ.Γ.Δ.Ι.Χ. ορίζεται ως υπεύθυνος επεξεργασίας για την τήρηση και την επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων σύμφωνα με το ν. 2472/1997 (Α' 50).

   3. Η αίτηση συνυποβάλλεται υποχρεωτικά και από τους συνοφειλέτες, αν υπάρχουν, περιέχει, ως προς αυτούς, τουλάχιστον τα στοιχεία της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 5 και συνοδεύεται τουλάχιστον από τα δικαιολογητικά των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 2 και των περιπτώσεων α', δ', ε', στ', η' και θ' της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου. Για τους συνοφειλέτες που υποβάλλουν αίτηση από κοινού με τον οφειλέτη δεν ισχύουν οι περιορισμοί των παραγράφων 1, 3 και 5 του άρθρου 2 και του άρθρου 3.
Αν δεν συνυποβληθεί αίτηση από έναν ή περισσότερους συνοφειλέτες του οφειλέτη, για την έναρξη της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών απαιτείται συναίνεση του πιστωτή ή των πιστωτών με την πλειοψηφία των απαιτήσεων για τις οποίες ευθύνονται οι εν λόγω συνοφειλέτες. Χωρίς τη συναίνεση αυτή, η πλειοψηφία των υπολοίπων πιστωτών διατηρεί μεν την ευχέρεια να αποφασίσει την έναρξη της διαδικασίας, στην περίπτωση όμως αυτή οι απαιτήσεις των μη συναινούντων πιστωτών για τις οποίες ευθύνονται οι εν λόγω συνοφειλέτες, δεν ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.
   Η αίτηση δεν εξετάζεται, ακόμη και αν συναινέσουν οι πιστωτές, αν δεν συνυποβληθεί και από τους συνοφειλέτες που έχουν κατά την ημερομηνία υποβολής της την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας ή ευθύνονται από άλλη αιτία εις ολόκληρον και αλληλεγγύως για το σύνολο των οφειλών του οφειλέτη.
   Δεν απαιτείται συνυποβολή της αίτησης όταν συνοφει-λέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.), καθώς και οποιοσδήποτε άλλος φορέας του δημόσιου τομέα που έχει χορηγήσει εγγύηση για δάνεια οποιουδήποτε είδους. Στην περίπτωση αυτή η διαδικασία προχωρεί ως εάν ο συγκεκριμένος συνοφειλέτης είχε συνυποβάλει την αίτηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

   4. Αίτηση μπορεί να υποβάλουν από κοινού περισσότεροι από έναν οφειλέτες, εφόσον είναι νομικά πρόσωπα για τα οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής ενοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 4308/2014.

   5. Το Ελληνικό Δημόσιο, οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή οι χρηματοδοτικοί φορείς μπορούν ως πιστωτές να κινήσουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών κοινοποιώντας στον οφειλέτη με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή ή με ισοδύναμου τύπου ταχυδρομική επιστολή ή αυτοπρόσωπη παράδοση, εφόσον διασφαλίζονται με ισοδύναμο τρόπο η επιβεβαίωση αποστολής, παραλαβής και εμπιστευτικότητας, έγγραφη δήλωση, με την οποία τον καλούν να υπαχθεί στη διαδικασία του παρόντος νόμου, υποβάλλοντας τη σχετική αίτηση εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών. Η πρόσκληση του προηγούμενου εδαφίου κοινοποιείται με επιμέλεια του πιστωτή και στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Η παράλειψη του οφειλέτη να υποβάλει αίτηση για κίνηση της διαδικασίας εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της εξώδικης έγγραφης γνωστοποίησης έχει ως συνέπεια να μην δικαιούται να κινήσει ο ίδιος τη διαδικασία υπαγωγής μεταγενέστερα, χωρίς να προσκληθεί εκ νέου από τους πιστωτές. Αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση εμπρόθεσμα, ο πιστωτής που κίνησε τη διαδικασία λογίζεται ως συμμετέχων.

   6. Μέχρι τη λειτουργία της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας της παραγράφου 2, οι αιτήσεις για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υποβάλλονται σε έντυπη και ψηφιακή μορφή στις Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων. Τα συνοδευτικά της αίτησης έγγραφα και δικαιολογητικά υποβάλλονται αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή.

   7. Η υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία διαρκών συμβάσεων.

   8. Η κοινοποίηση της παρ. 2 του άρθρου 7 αναστέλλει τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (195/1/29.7.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, Β' 2376) που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α' 288). Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) του Κώδικα Δεοντολογίας συνεχίζεται από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει.

Άρθρο 5
Περιεχόμενο αίτησης

   1. Η αίτηση του οφειλέτη περιέχει υποχρεωτικά τα εξής:
   α) πλήρη στοιχεία της επιχείρησης (επωνυμία, διεύθυνση, Α.Φ.Μ., ΚΑΔ, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση), αναφορά στον κύκλο εργασιών του κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, περιγραφή της δραστηριότητάς του, της οικονομικής του κατάστασης, των λόγων της οικονομικής του αδυναμίας και των προοπτικών της επιχείρησής του,
   β) κατάλογο όλων των πιστωτών του με πλήρη στοιχεία (επωνυμία, διεύθυνση, Α.Φ.Μ., τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση), των οφειλομένων ποσών ανά πιστωτή και των συνοφειλετών που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή,
   γ) την πρότασή του για τον τρόπο ρύθμισης των οφειλών του, όπου αναφέρει τουλάχιστον το ποσό που είναι σε θέση να καταβάλει σε μηνιαία ή ετήσια βάση για την αποπληρωμή των οφειλών του, βασίζεται στα εκτιμώμενα έσοδα και έξοδα του οφειλέτη κατά τις επόμενες τρεις (3) τουλάχιστον χρήσεις και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 15 παράγραφοι 3, 4, 5, 6 και 16. Με την εξαίρεση των οφειλών που ρυθμίζονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 και την παράγραφο 6 του άρθρου 15, όταν υπάρχουν οφειλές προς το Δημόσιο ή οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η πρόταση του οφειλέτη πρέπει να συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 8,
   δ) τα στοιχεία που απαιτούνται για την αξιολόγηση της επιλεξιμότητάς του, σύμφωνα με το άρθρο 3.

   2. Η αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά και από:
   α) κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία τους, έτσι ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί η αξία ρευστοποίησης της περιουσίας του,
   β) πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο ) που είναι εγγεγραμμένα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη,
   γ) πλήρη στοιχεία κάθε συνοφειλέτη (επωνυμία, πλήρη διεύθυνση, Α.Φ.Μ., τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση).

   3. Με την αίτηση συνυποβάλλονται υποχρεωτικά και τα εξής:
   α) δήλωση για κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης και για κάθε καταβολή μερίσματος από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή, εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης, που έγινε εντός των τελευταίων 24 μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης,
   β) στοιχεία κάθε νομικού προσώπου συνδεδεμένου με τον οφειλέτη με ημερομηνία σύστασης μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2012, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη μετά την 1η Ιανουαρίου 2012,
   γ) κατάλογος των προσώπων που αμείβονται από τον οφειλέτη και τα οποία αποτελούν συνδεδεμένα πρόσωπα με αυτόν, καθώς και ανάλυση των αμοιβών αυτών κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης.

   4. Ο οφειλέτης μπορεί να συνοδεύει την αίτησή του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, την οποία θεωρεί σημαντική για την επιτυχία της διαδικασίας.

   5. Η αξία των ακινήτων τα οποία δηλώνονται στην αίτηση καθορίζεται με βάση έκθεση εκτιμητή ακινήτων, την οποία συνυποβάλλει ο οφειλέτης με την αίτησή του. Αν ο οφειλέτης δεν προσκομίσει έκθεση από εκτιμητή, ως αξία των ακινήτων στην αίτηση δηλώνεται η αξία που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013, Α' 287).

   6. Με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση στον συντονιστή, τον εμπειρογνώμονα και τους συμμετέχοντες πιστωτές, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτούς των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α' 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α' 170). Επίσης, με την αίτηση υπαγωγής παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση σε όλους τους πιστωτές των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της αίτησης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7.

   7. Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α' 75) του οφειλέτη για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχομένου της αίτησης και των υποβληθέντων εγγράφων. Ο οφειλέτης ενημερώνεται κατά την υποβολή της αίτησης για τις συνέπειες της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, όπως αυτές προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986.

   8. Η αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά και από τα ακόλουθα έγγραφα:
   α) δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (E.1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (Ν ή Ε.5 ή Φ01.010 ή Φ01.013) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,
   β) κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,
   γ) συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προμηθευτών των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,
   δ) δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε.9), εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της,
   ε) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους,
   στ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,
   ζ) τελευταία περιοδική δήλωση ΦΠΑ (Φ2), εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της,
   η) καταστάσεις βεβαιωμένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες πρέπει να έχουν εκδοθεί εντός των τελευταίων τριών (3) μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης,
   θ) χρηματοοικονομικές καταστάσεις του άρθρου 16 του ν. 4308/2014 (Α' 251) των τελευταίων πέντε (5) περιόδων, οι οποίες πρέπει να είναι δημοσιευμένες, εφόσον προβλέπεται αντίστοιχη υποχρέωση,
   ι) προσωρινό ισοζύγιο τελευταίου μηνός τεταρτοβάθμιων λογαριασμών του αναλυτικού καθολικού της γενικής λογιστικής, εφόσον προβλέπεται η κατάρτισή του,
   ια) αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες,
   ιβ) πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης από το αρμόδιο Πρωτοδικείο,
   ιγ) πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης από το αρμόδιο Πρωτοδικείο,
   ιδ) πιστοποιητικό περί μη λύσης της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο,
   ιε) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες.

   9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται και νέα δικαιολογητικά ως υποχρεωτικώς συνυποβαλλόμενα με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία του παρόντος νόμου έγγραφα ή να τροποποιούνται τα δικαιολογητικά της παραγράφου 8.

Άρθρο 6
Διορισμός συντονιστή - Δικαίωμα αποποίησης

   1. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης, η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει συντονιστή της διαδικασίας από το μητρώο συντονιστών που τηρείται στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. Η έδρα του συντονιστή πρέπει να βρίσκεται εντός της Περιφερειακής Ενότητας στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης. Αν δεν υπάρχει εγγεγραμμένος συντονιστής στο μητρώο με έδρα εντός της Περιφερειακής Ενότητας, στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης, διορίζεται συντονιστής που εδρεύει εντός της διοικητικής περιφέρειας της έδρας του οφειλέτη.

   2. Δεν επιτρέπεται ο διορισμός ως συντονιστή του ίδιου προσώπου σε περισσότερες από μία αιτήσεις, αν προηγουμένως δεν έχει εξαντληθεί η δυνατότητα διορισμού των λοιπών εγγεγραμμένων στο μητρώο της παραγράφου 1 με έδρα την Περιφερειακή Ενότητα ή, στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1, τη διοικητική περιφέρεια, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.

   3. Ο συντονιστής ειδοποιείται από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για το διορισμό του, τον οποίο μπορεί να αποποιηθεί εντός τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών. Ο συντονιστής υποχρεούται να αποποιηθεί το διορισμό του αν συντρέχουν στο πρόσωπό του περιστάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανεξαρτησία του. Τέτοιες περιστάσεις είναι ιδίως:
   α) κάθε προσωπική ή επαγγελματική σχέση με τον οφειλέτη ή συμμετέχοντα πιστωτή,
   β) οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο συμφέρον, άμεσο ή έμμεσο, από την έκβαση της διαδικασίας.
   Αν για οποιονδήποτε λόγο ο συντονιστής αποποιηθεί το διορισμό του, η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει αμέσως νέο συντονιστή.

   4. Ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στη Διαύγεια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εγγραφή στο Μητρώο Συντονιστών. Στο μητρώο εγγράφονται κατά προτεραιότητα διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές του ν. 3898/2010 (Α' 211) ύστερα από αίτησή τους που υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της πρόσκλησης. Η αίτηση συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α' 75), με την οποία ο ενδιαφερόμενος βεβαιώνει την ιδιότητά του ως διαπιστευμένου διαμεσολαβητή του ν. 3898/2010.

   5. Στο μητρώο συντονιστών εγγράφονται: α) εκατόν είκοσι (120) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Αττικής, β) πενήντα (50) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, γ) είκοσι (20) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, δ) είκοσι (20) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, ε) είκοσι (20) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Κρήτης, στ) είκοσι (20) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, ζ) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, θ) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Ηπείρου, ι) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, ια) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ιβ) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, ιγ) δέκα (10) διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές με έδρα στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου.
   Αν οι αιτήσεις εγγραφής στο Μητρώο υπερβούν σε αριθμό τις υπό κάλυψη θέσεις συντονιστών ανά Περιφέρεια, διενεργείται κλήρωση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Μεταξύ των μη κληρωθέντων διενεργείται νέα κλήρωση για να καθορισθεί η σειρά των επιλαχόντων.
   Οι επιλαχόντες εγγράφονται στο μητρώο αμέσως μετά τη διαγραφή από το μητρώο μέλους με έδρα στην ίδια Περιφέρεια.
   Αν δεν καλυφθούν οι θέσεις συντονιστών ανά Περιφέρεια από διαπιστευμένους διαμεσολαβητές, ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους απευθύνει εντός δέκα (10) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων πρόσκληση προς τους Δικηγορικούς Συλλόγους με έδρα την Περιφέρεια αυτή με τη διαδικασία της παραγράφου 4. Στην περίπτωση αυτή στο μητρώο εγγράφονται δικηγόροι με τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία. Αν οι αιτήσεις εγγραφής υπερβούν σε αριθμό τις υπό κάλυψη θέσεις, ακολουθείται διαδικασία κλήρωσης κατά τα παραπάνω οριζόμενα.

   6. Οι κληρώσεις της παραγράφου 5 είναι δημόσιες και διεξάγονται από υπάλληλο της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., που κατέχει θέση ευθύνης, παρουσία δύο ακόμη υπαλλήλων. Ο χρόνος και ο τόπος διεξαγωγής της κλήρωσης γνωστοποιείται τουλάχιστον δύο (2) ημέρες νωρίτερα, με τοιχοκόλληση της σχετικής ανακοίνωσης στα γραφεία της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. ή με ανάρτηση της ανακοίνωσης στην ιστοσελίδα της. Η κλήρωση για την εγγραφή στο μητρώο, μεταξύ όλων εκείνων που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις εγγραφής, γίνεται με κάθε πρόσφορο και αξιόπιστο τρόπο που διαθέτει η οικεία Υπηρεσία, όπως με χρήση εφαρμογής Η/Υή με επιλογή συγκεκριμένου κλήρου. Για τη διενέργεια της κλήρωσης και τα αποτελέσματά της συντάσσεται σχετικό πρακτικό, το οποίο υπογράφεται και από τους τρεις παριστάμενους, κατά τα ανωτέρω, υπαλλήλους.

   7. Αν διαπιστωθεί ανάγκη συμπλήρωσης του αριθμού των συντονιστών σε συγκεκριμένη Περιφέρεια, ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους με απόφασή του μπορεί να εγγράψει στο μητρώο συντονιστών νέα μέλη από την κατάσταση επιλαχόντων ανά Περιφέρεια. Αν ο αριθμός των επιλαχόντων δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της συγκεκριμένης Περιφέρειας, ο Ειδικός Γραμματέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δημοσιεύει κοινή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εγγραφή στο Μητρώο Συντονιστών διαπιστευμένων διαμεσολαβητών και δικηγόρων ακολουθώντας κατά τα λοιπά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5.

   8. Η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. επιβλέπει το έργο των συντονιστών, μεριμνά για την κατάρτισή τους και την περιοδική πιστοποίηση της απόδοσής τους. Με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους διαγράφονται από το Μητρώο οι συντονιστές που δεν φέρουν σε πέρας το έργο τους εμπροθέσμως ή εκπληρώνουν πλημμελώς τα καθήκοντα τους. Για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων των συντονιστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και των συνεπειών που επιφέρει η μη συμμόρφωσή τους σε αυτές εκδίδεται Οδηγός Δεοντολογίας Συντονιστών από τον Ειδικό Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Άρθρο 7
Έλεγχος πληρότητας αίτησης και κοινοποίησή της στους πιστωτές

   1. Αν ο συντονιστής δεν αποποιηθεί το διορισμό του εντός της προθεσμίας της παραγράφου 3 του άρθρου 6, η 7 Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. του κοινοποιεί σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων. Ο συντονιστής ειδοποιεί την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για την ανάληψη των καθηκόντων του, ελέγχει την πληρότητα της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων και αν ο φάκελος της αίτησης δεν είναι πλήρης, καλεί τον οφειλέτη να καταθέσει εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών τα έγγραφα που λείπουν. Αν ο φάκελος δεν συμπληρωθεί εμπρόθεσμα, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στον αιτούντα. Μετά τη διαπίστωση της πληρότητας της αίτησης ή τη συμπλήρωση του φακέλου, ο συντονιστής εκδίδει υπογεγραμμένη βεβαίωση με την οποία πιστοποιεί την πληρότητα της αίτησης και την αποστέλλει αυθημερόν στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Η ανωτέρω βεβαίωση πιστοποιείται ηλεκτρονικά από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και κοινοποιείται αυθημερόν στον οφειλέτη και στον συντονιστή.

   2. Μόλις ο συντονιστής διαπιστώσει ότι ο φάκελος είναι πλήρης, κοινοποιεί μέσα σε δύο (2) ημέρες απόσπασμα της αίτησης σε όλους τους πιστωτές που αναφέρονται σε αυτήν. Το απόσπασμα αυτό περιλαμβάνει το περιεχόμενο των περιπτώσεων α', γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5 και από το περιεχόμενο της περίπτωσης β' μόνο τις πληροφορίες για την οφειλή του οφειλέτη έναντι του κάθε ειδοποιούμενου πιστωτή, καθώς και το ύψος των οφειλών του οφειλέτη προς τους χρηματοδοτικούς φορείς συνολικά, το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και τους λοιπούς πιστωτές συνολικά. Με την εξαίρεση των πιστωτών της παραγράφου 6 του άρθρου 2, στους πιστωτές κοινοποιείται επίσης πρόσκληση συμμετοχής στη διαδικασία και υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εμπιστευτικότητας.
   Η κοινοποίηση γίνεται ηλεκτρονικά ή, αν δεν είναι δυνατή η επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα, με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή ή με ισοδύναμου τύπου ταχυδρομική επιστολή ή αυτοπρόσωπη παράδοση, εφόσον διασφαλίζονται με ισοδύναμο τρόπο η επιβεβαίωση αποστολής, παραλαβής και εμπιστευτικότητας.

   3. Αν δεν συνυποβληθεί αίτηση από έναν ή περισσότερους συνοφειλέτες του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 4, ο συντονιστής πριν κοινοποιήσει απόσπασμα της αίτησης στο σύνολο των πιστωτών, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ειδοποιεί τον πιστωτή ή τους πιστωτές έναντι των οποίων ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση και τους καλεί εντός πέντε (5) ημερών να δηλώσουν αν συναινούν στην έναρξη της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Αν ο πιστωτής ή οι πιστωτές με την πλειοψηφία των απαιτήσεων για τις οποίες ευθύνονται οι συνοφειλέτες συναινέσουν, ο συντονιστής κινεί τη διαδικασία της παραγράφου 2 για όλους τους πιστωτές. Αν δεν συναινέσουν, ο συντονιστής ενημερώνει τον οφειλέτη, του τάσσει προθεσμία πέντε (5) ημερών για την τροποποίηση της πρότασης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5, και στη συνέχεια κινεί τη διαδικασία της παραγράφου 2 για τους υπόλοιπους πιστωτές με κοινοποίηση χωριστής ενημέρωσης για τη μη συμμετοχή στη διαδικασία του πιστωτή ή των πιστωτών έναντι των οποίων ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση, για το ύψος των οφειλών του οφειλέτη έναντι των πιστωτών αυτών και για την αδυναμία ρύθμισης των οφειλών αυτών με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.

   4. Οι κοινοποιήσεις της παραγράφου 2 μπορεί να αναστέλλονται με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους για λόγους διαχείρισης του φόρτου εργασίας των συντονιστών και των εκπροσώπων των πιστωτών του δημόσιου τομέα και των χρηματοδοτικών φορέων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και προσδιορίζει το χρονικό διάστημα της αναστολής, το οποίο υπολογίζεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.

   5. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι χρηματοδοτικοί φορείς και οι πιστωτές του δημόσιου τομέα κοινοποιούν στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην οποία γίνονται από τους συντονιστές όλες οι κοινοποιήσεις σχετικά με τις αιτήσεις για την έναρξη της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.

Άρθρο 8
Διαδικασία διαπραγμάτευσης - Υποχρεώσεις εχεμύθειας και ειλικρίνειας

   1. Εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πρόσκλησης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7, οι πιστωτές αποστέλλουν στον συντονιστή σε ηλεκτρονική διεύθυνση που τους έχει κοινοποιήσει, δήλωση για την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Οι πιστωτές που προτίθενται να συμμετάσχουν αποστέλλουν ηλεκτρονικά, νομίμως υπογεγραμμένη, τη δήλωση εμπιστευτικότητας και βεβαιώνουν το ποσό της συνολικής απαίτησής τους κατά του οφειλέτη κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4. Η βεβαίωση του προηγούμενου εδαφίου υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986. Οι πιστωτές που είναι νομικά πρόσωπα δηλώνουν στον συντονιστή το φυσικό πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να τους εκπροσωπήσει στη διαδικασία και υποβάλλουν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα.

   2. Κατά τη λήξη της προθεσμίας της παραγράφου 1 ο συντονιστής ελέγχει αν συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσοστό απαρτίας συμμετεχόντων πιστωτών της περίπτωσης στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1. Αν ο συντονιστής διαπιστώσει ότι το ποσό απαίτησης που έχει δηλωθεί από τον οφειλέτη είναι διαφορετικό από το ποσό που βεβαιώθηκε από τον πιστωτή και ότι αυτή η διαφορά δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, ζητεί από τον οφειλέτη και τον πιστωτή αποδεικτικά έγγραφα για το ύψος της απαίτησης, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών. Αν δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα το ακριβές ύψος της απαίτησης, ο συντονιστής προσμετρά στα ποσοστά της απαρτίας και της πλειοψηφίας μόνο το μέρος της απαίτησης που δεν αμφισβητείται. Αν δεν υπάρχει απαρτία, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας, το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., στον αιτούντα και στους πιστωτές.

   3. Αν συγκεντρωθεί απαρτία, ο συντονιστής κοινοποιεί σε όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές το πλήρες περιεχόμενο της αίτησης και τα συνοδευτικά της αίτησης έγγραφα και δικαιολογητικά και, όταν πρόκειται για οφειλέτη που υπάγεται στην κατηγορία της μικρής επιχείρησης, τάσσει προθεσμία πέντε (5) ημερών για την υποβολή πρότασης διορισμού εμπειρογνώμονα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 11. Ταυτόχρονα ενημερώνει τον οφειλέτη για την έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

   4. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 3, ο συντονιστής τάσσει προθεσμία ενός (1) μηνός για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές. Στην περίπτωση υποβολής αιτήματος διορισμού εμπειρογνώμονα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 ή σε περίπτωση υποχρεωτικού ορισμού εμπειρογνώμονα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 11, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου τάσσεται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής εμπειρογνώμονα.

   5. Η αντιπρόταση που συντάσσει πιστωτής πρέπει κατ' ελάχιστον να περιέχει:
   α) βασικά συμπεράσματα σχετικά με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη,
   β) την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών που έχουν υποβάλει την αίτηση από κοινού με τον οφειλέτη, εφόσον ο πιστωτής που υποβάλλει την αντιπρόταση δεν συναινεί με την αξία ρευστοποίησης που έχει δηλωθεί από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες,
   γ) το ποσό που προτείνεται να καταβάλει ο οφειλέτης για την αποπληρωμή των οφειλών του, καθώς και το ποσό που προτείνεται να καταβάλουν οι συνοφειλέτες που έχουν συνυποβάλει αίτηση για την αποπληρωμή των οφειλών για τις οποίες ευθύνονται, εφόσον ο πιστωτής που υποβάλλει την αντιπρόταση δεν συναινεί με τα ποσά που προτάθηκαν από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες,
   δ) το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί σε κάθε πιστωτή με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, κατ' εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 και του άρθρου 15, βάσει συνημμένου πίνακα κατάταξης.

   6. Οι αντιπροτάσεις των πιστωτών κοινοποιούνται στους λοιπούς συμμετέχοντες πιστωτές και τον οφειλέτη, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να προτείνουν συγκεκριμένες τροποποιήσεις εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών. Εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, ο οφειλέτης δηλώνει αν αποδέχεται μία ή περισσότερες από τις αντιπροτάσεις. Αν ο οφειλέτης εγκρίνει μία ή περισσότερες από τις αντιπροτάσεις, αυτές τίθενται ταυτόχρονα σε ψηφοφορία από τους συμμετέχοντες πιστωτές. Αν οι αντιπροτάσεις που τέθηκαν σε ψηφοφορία υπερβαίνουν τις δύο χωρίς κάποια από αυτές να συγκεντρώσει το ποσοστό πλειοψηφίας της παραγράφου 8, οι δύο αντιπροτάσεις που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων τίθενται εκ νέου σε ψηφοφορία. Αν οι αντιπροτάσεις που τέθηκαν εξαρχής ή εκ νέου σε ψηφοφορία είναι δύο, χωρίς κάποια από αυτές να συγκεντρώσει το ποσοστό πλειοψηφίας της παραγράφου 8, η αντιπρόταση που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην ψηφοφορία του προηγούμενου εδαφίου τίθεται εκ νέου σε ψηφοφορία για να διαπιστωθεί αν συγκεντρώνει την πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών της παραγράφου 8. Αν δεν υποβλήθηκε καμία αντιπρόταση από τους πιστωτές ή καμία αντιπρόταση από αυτές που υποβλήθηκαν ή το σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών του εμπειρογνώμονα δεν εγκρίθηκαν από τον οφειλέτη, τίθεται σε ψηφοφορία από τους συμμετέχοντες πιστωτές η αρχική πρόταση του οφειλέτη.

   7. Σε περίπτωση υποχρεωτικού διορισμού εμπειρογνώμονα, για τη λήψη απόφασης επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών του εμπειρογνώμονα ή για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές εφαρμόζονται οι προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρου 11.

   8. Για την έγκριση πρότασης αναδιάρθρωσης οφειλών απαιτείται συμφωνία του οφειλέτη και πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) των συμμετεχόντων πιστωτών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ποσοστό δύο πέμπτων (2/5) των συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο. Αν εγκριθεί η πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών, υπογράφεται με επιμέλεια του συντονιστή μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης με μηχανικό μέσο ή ηλεκτρονικό τρόπο είναι επαρκής. Ο συντονιστής αποστέλλει αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης αναδιάρθρωσης σε όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές και στον οφειλέτη.

   9. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μετά το πέρας των ψηφοφοριών της παραγράφου 6, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας, το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στον αιτούντα και στους πιστωτές.

   10. Οι συμμετέχοντες πιστωτές που καταψήφισαν την πρόταση αναδιάρθρωσης που εγκρίθηκε έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εγγράφως στο συντονιστή ενστάσεις κατά της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Ο συντονιστής φυλάσσει τα αντίγραφα των ενστάσεων και χορηγεί αντίγραφα σε οποιονδήποτε θεμελιώνει έννομο συμφέρον.

   11. Κάθε συμμετέχων πιστωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία από τον οφειλέτη, εφόσον αυτά σχετίζονται με τη διαπραγμάτευση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Όταν το αίτημα υποβάλλεται από πιστωτή που εκπροσωπεί ποσοστό των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη μικρότερο του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), ο οφειλέτης μπορεί να αρνηθεί, εφόσον θεωρεί ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα υποστεί ουσιώδη βλάβη, καθ' ο μέρος από τα στοιχεία αυτά θα αποκαλυφθούν επιχειρηματικά του απόρρητα. Επί διαφωνίας, αποφασίζουν οι συμμετέχοντες πιστωτές με πλειοψηφία εξήντα τοις εκατό (60%). Αν ο οφειλέτης αρνηθεί εκ νέου, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας.

   12. Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του παρόντος νόμου διενεργείται με ανταλλαγή ηλεκτρονικής ή άλλου τύπου αλληλογραφίας ή τηλεφωνική ή άλλη επικοινωνία μεταξύ του συντονιστή, του οφειλέτη και των πιστωτών, χωρίς να απαιτείται ο ορισμός συνάντησης με φυσική παρουσία των συμμετεχόντων. Με αίτημα που υποβάλλεται από συμμετέχοντες πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία, μπορεί να ζητηθεί από τον συντονιστή ορισμός συνάντησης σε τόπο και χρόνο που περιλαμβάνεται στο αίτημα. Αν η διαπραγμάτευση δεν ολοκληρωθεί σε μία συνάντηση, ο συντονιστής μπορεί να ορίσει επαναληπτικές συναντήσεις.

   13. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 3 και 6, καθώς και στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 παρατείνονται στις εξής περιπτώσεις:
   α) αν υποβάλει σχετικό αίτημα πιστωτής, ο οποίος ζητεί συμπληρωματικά έγγραφα σύμφωνα με την παράγραφο 11 και συναινεί στο αίτημά του τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) των συμμετεχόντων πιστωτών,
   β) αν η πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών συναινεί σε σχετικό αίτημα,
   γ) αν υποβάλει σχετικό αίτημα το Δημόσιο, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν υποβληθεί προτάσεις από πιστωτικά ιδρύματα ούτε έχει διοριστεί εμπειρογνώμονας κατά το άρθρο 11.
   Στις παραπάνω περιπτώσεις αναβάλλεται και η συνάντηση που είχε ήδη οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 12.
   Τα αιτήματα για την παράταση προθεσμιών υποβάλλονται προς τον συντονιστή και περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και το χρόνο της παράτασης, ο οποίος συνολικά δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρόνο της αρχικής προθεσμίας, ακόμα και όταν υποβάλλονται περισσότερα, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, αιτήματα για παράταση της ίδιας προθεσμίας. Αν αναβληθεί συνάντηση, ο συντονιστής ορίζει νέα υποχρεωτικά εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών. Ο συντονιστής ενημερώνει τον οφειλέτη και τους συμμετέχοντες πιστωτές για την παράταση προθεσμίας και την αναβολή συνάντησης με την αποστολή σχετικής ειδοποίησης.

   14. Αν ο οφειλέτης υπάγεται στην κατηγορία της μεγάλης επιχείρησης, ο συντονιστής που διορίστηκε με τη διαδικασία του άρθρου 6 μπορεί, με απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη διαπίστωση απαρτίας σύμφωνα με την παράγραφο 3, να αντικατασταθεί από συντονιστή της επιλογής τους. Με την ίδια απόφαση οι πιστωτές μπορούν να ορίζουν και άλλο πρόσωπο, μη εγγεγραμμένο στο Μητρώο Συντονιστών, για να συνεπικουρεί το νέο συντονιστή στα καθήκοντά του.

   15. Η εκπροσώπηση του οφειλέτη ή κάθε συμμετέχοντος πιστωτή από δικηγόρο είναι προαιρετική.

   16. Μετά το πέρας της διαδικασίας ο συντονιστής καταρτίζει πρακτικό περαίωσής της στο οποίο αναφέρει υποχρεωτικά:
   α) την ύπαρξη απαρτίας των συμμετεχόντων πιστωτών,
   β) πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συμμετέχοντες πιστωτές,
   γ) τη σύμφωνη γνώμη του οφειλέτη στα σχέδια σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών που τέθηκαν σε ψηφοφορία,
   δ) τα σχέδια σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών που τέθηκαν σε ψηφοφορία,
   ε) τα ποσοστά πλειοψηφίας για την λήψη απόφασης από τους συμμετέχοντες πιστωτές σχετικά με την έγκριση σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών,
   στ) διαβεβαίωση του συντονιστή ότι κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης τηρήθηκαν οι διατάξεις του παρόντος νόμου και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων,
   ζ) ενστάσεις συμμετεχόντων πιστωτών που καταψήφισαν.
Το πρακτικό υπογράφεται από τον συντονιστή και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στον οφειλέτη και τους συμμετέχοντες πιστωτές και φυλάσσεται από τον συντονιστή. Κάθε μέρος που μετείχε στην διαδικασία, καθώς και οποιοσδήποτε μη συμμετέχων πιστωτής ή συνοφειλέτης δικαιούται να λάβει από τον συντονιστή αντίγραφο του πρακτικού περαίωσης της διαπραγμάτευσης.

   17. Ο οφειλέτης, οι συμμετέχοντες πιστωτές, ο συντονιστής και ο εμπειρογνώμονας φέρουν υποχρέωση εχεμύθειας ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές φέρουν υποχρέωση ειλικρίνειας και συμμετέχουν στη διαδικασία με καλή πίστη. Η δημοσίευση ή κάθε άλλη κοινοποίηση σε τρίτους εμπιστευτικών πληροφοριών ή πληροφοριών σχετικά με τις διαπραγματεύσεις χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση του συνόλου των συμμετεχόντων στη διαπραγμάτευση απαγορεύεται. Οι προτάσεις και οι αντιπροτάσεις ρύθμισης οφειλών που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του παρόντος νόμου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ρύθμισης ή διεκδίκησης της οφειλής.

Άρθρο 9
Υποχρεωτικοί κανόνες σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών

   1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, οι πιστωτές και ο οφειλέτης μπορούν να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
   Τα δικαιώματα των προνομιούχων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησης τους, όπως αυτή διαμορφώνεται με τη σύμβαση.

   2. Η ελεύθερη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης υπόκειται στις ακόλουθες εξαιρέσεις (υποχρεωτικοί κανόνες):
   α) οι ρυθμίσεις της σύμβασης δεν επιτρέπεται να φέρουν οποιονδήποτε πιστωτή σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
   β) οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, λαμβάνουν ποσά και άλλα τυχόν ανταλλάγματα τουλάχιστον ισάξια με τα ποσά που προβλέπεται ότι θα ελάμβαναν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των συνοφειλετών και των βεβαρημένων υπέρ τους περιουσιακών στοιχείων τρίτων στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
   γ) ποσά και άλλα ανταλλάγματα που απομένουν προς διανομή μετά την κατά προτεραιότητα διανομή ποσών και άλλων ανταλλαγμάτων, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' και β', διανέμονται σε όλους τους πιστωτές συμμέτρως κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο μετά την εφαρμογή των περιπτώσεων α' και β',
   δ) με την επιφύλαξη της περίπτωσης α', για τον υπολογισμό των ποσών και των τυχόν άλλων ανταλλαγμάτων διανομής μεταξύ των πιστωτών, από τις απαιτήσεις των πιστωτών αφαιρούνται προηγουμένως:
   αα) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα,
   ββ) ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.
   Τα αναφερόμενα στις υποπεριπτώσεις αα' και ββ' ποσά συνυπολογίζονται στη διανομή μόνο στην περίπτωση και κατά την έκταση που το επιτρέπει η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη και αποπληρώνονται, εν όλω ή εν μέρει, μόνο εφόσον έχουν αποπληρωθεί πλήρως οι λοιπές απαιτήσεις των πιστωτών.
   Σε αντίθετη περίπτωση τα ανωτέρω ποσά διαγράφονται μετά την ολοσχερή εξόφληση όλων των οφειλών με βάση τη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

   3. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται να συμφωνηθεί, με την πλειοψηφία της παραγράφου 8 του άρθρου 8 των συμμετεχόντων πιστωτών, ότι οι απαιτήσεις οι οποίες:
   α) γεννώνται ταυτόχρονα με ή μετά την κατάρτιση της σύμβασης,
   β) προέρχονται από χρηματοδοτήσεις του οφειλέτη οποιασδήποτε φύσεως ή από παροχή αγαθών ή υπηρεσιών στον οφειλέτη, και
   γ) αποσκοπούν στην εξασφάλιση της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη ικανοποιούνται προνομιακά σε σχέση με όλες τις απαιτήσεις, προνομιούχες ή μη, που είχαν γεννηθεί πριν από την κατάρτιση της σύμβασης.
   Αν ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές δεν συμφώνησαν διαφορετικά, το προνόμιο αυτό δεν ισχύει για απαιτήσεις που προέρχονται από χρηματοδοτήσεις ή παροχή αγαθών ή υπηρεσιών από τον οφειλέτη ή πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν.

   4. Με τη σύμβαση μπορεί να ρυθμίζεται το δικαίωμα πιστωτή να εγγράψει υποθήκη, προσημείωση υποθήκης ή ειδικό προνόμιο σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνοφειλετών για εξασφάλιση των ρυθμιζόμενων με τη σύμβαση απαιτήσεων. Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο προηγούμενο εδάφιο, μετά τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και για όσο χρονικό διάστημα αυτή εξυπηρετείται από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες απαγορεύεται η εγγραφή νέου βάρους σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνοφειλετών για εξασφάλιση των ρυθμισμένων με τη σύμβαση απαιτήσεων.

   5. Κάθε ρύθμιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ευνοϊκή για τον οφειλέτη ισχύει υπέρ κάθε συνοφειλέτη, μη εγγυητή, που έχει συνυποβάλει αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 4, και υπέρ κάθε εγγυητή που έχει παράσχει εγγύηση για ρυθμιζόμενη με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών απαίτηση.

   6. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών από την κατάρτισή της. Ο οφειλέτης καταβάλλει ποσά και άλλα ανταλλάγματα σε μη συμβαλλόμενους πιστωτές σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.

   7. Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ πιστωτικών ιδρυμάτων, του Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (Ε.ΤΕ.ΑΝ. Α.Ε.), καθώς και οποιουδήποτε άλλου φορέα του δημόσιου τομέα που έχει χορηγήσει εγγύηση για δάνεια οποιουδήποτε είδους ακολουθούν τις απαιτήσεις υπέρ των οποίων χορηγήθηκαν, όπως οι απαιτήσεις αυτές ρυθμίζονται με τη συμφωνία. Αν δεν τηρηθεί η συμφωνία αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη, οι φορείς του προηγούμενου εδαφίου ευθύνονται μόνο για την καταβολή του αντίστοιχου εγγυημένου ποσοστού του ανεξόφλητου κεφαλαίου, σύμφωνα με τους όρους χορήγησης της εγγύησης. Η παραγραφή των δικαιωμάτων των πιστωτών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως εγγυητή, καθώς και η οριζόμενη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις προθεσμία υποβολής αιτημάτων κατάπτωσης, αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 μέχρι τη σύνταξη από τον συντονιστή πρακτικού αποτυχίας της διαδικασίας για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στον παρόντα νόμο λόγους ή για όσο χρονικό διάστημα η σύμβαση αναδιάρθρωσης είναι σε ισχύ.

   8. Μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης, τυχόν ανταπαίτηση του οφειλέτη έναντι των πιστωτών του συμψηφίζεται σε όλη την έκταση της αρχικής οφειλής, καλύπτοντας κατά σειρά προτεραιότητας οφειλές εκτός της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και δόσεις της σύμβασης αυτής, εφόσον η γενεσιουργός αιτία της ανωτέρω ανταπαίτησης ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης ισχύος της σύμβασης.

Άρθρο 10
Αμοιβή του συντονιστή

   1. Αν ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές δεν συμφώνησαν μεγαλύτερη αμοιβή, η αμοιβή του συντονιστή ορίζεται:
   α) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για οφειλέτες που εντάσσονται στην κατηγορία των μικρών επιχειρήσεων,
   β) στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ για οφειλέτες που εντάσσονται στην κατηγορία των μεγάλων επιχειρήσεων.

   2. Αν ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές δεν συμφώνησαν διαφορετικά, τα ποσά της παραγράφου 1 βαρύνουν το μέρος που προκάλεσε την υποβολή αίτησης για έναρξη της διαδικασίας και προκαταβάλλεται στον συντονιστή πριν από τον έλεγχο της πληρότητας της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 7.

   3. Σε περίπτωση αντικατάστασης του συντονιστή σύμφωνα με την παράγραφο 14 του άρθρου 8, η αμοιβή τόσο του νέου συντονιστή όσο και του προσώπου που τον συνεπικουρεί βαρύνει τους πιστωτές που τους όρισαν.

Άρθρο 11
Διορισμός εμπειρογνώμονα

   1. Η εκπόνηση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη που αποτελεί μικρή επιχείρηση μπορεί να ανατεθεί σε εμπειρογνώμονα, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από συμμετέχοντες πιστωτές, οι οποίοι είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία (προαιρετικός διορισμός εμπειρογνώμονα).
   Στον εμπειρογνώμονα μπορεί να ανατεθεί με τους ίδιους όρους η εκπόνηση σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών ή και η επαλήθευση απαιτήσεων, η ύπαρξη ή το ύψος των οποίων αμφισβητείται από τον οφειλέτη ή από συμμετέχοντες πιστωτές. Η επιλογή και ο διορισμός του εμπειρογνώμονα γίνεται με απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών. Η αμοιβή του εμπειρογνώμονα συμφωνείται ελεύθερα και βαρύνει τους συμμετέχοντες πιστωτές που υπέβαλαν το αίτημα διορισμού. Σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών με βάση σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών που εκπονήθηκε από τον εμπειρογνώμονα, η αμοιβή του τελευταίου βαρύνει τον οφειλέτη.

   2. Η εκπόνηση αξιολόγησης βιωσιμότητας και του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών του οφειλέτη που αποτελεί μεγάλη επιχείρηση ανατίθεται υποχρεωτικά σε εμπειρογνώμονα (υποχρεωτικός διορισμός εμπειρογνώμονα). Στον εμπειρογνώμονα μπορεί να ανατεθεί και η επαλήθευση απαιτήσεων, η ύπαρξη ή το ύψος των οποίων αμφισβητείται από τον οφειλέτη ή από συμμετέχοντες πιστωτές. Η επιλογή και ο διορισμός του εμπειρογνώμονα γίνεται με κοινή απόφαση του οφειλέτη και της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών.
   Η αμοιβή του εμπειρογνώμονα συμφωνείται ελεύθερα και βαρύνει τον οφειλέτη.

   3. Σε κάθε περίπτωση ο εμπειρογνώμονας υποβάλλει στον συντονιστή, εντός τριάντα (30) εργασίμων ημερών από το διορισμό του και την παραλαβή όλων των απαιτούμενων εγγράφων και στοιχείων, την έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη και, εφόσον του έχει ανατεθεί, σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών. Ο συντονιστής κοινοποιεί την έκθεση και το σχέδιο στον οφειλέτη και τους συμμετέχοντες πιστωτές και σε περίπτωση οφειλέτη που αποτελεί μεγάλη επιχείρηση ορίζει προθεσμία δύο (2) μηνών από την τελευταία κοινοποίηση για τη λήψη απόφασης επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών του εμπειρογνώμονα ή για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές. Κάθε σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών που έχει εκπονηθεί από εμπειρογνώμονα εγκρίνεται από τον οφειλέτη πριν τεθεί σε ψηφοφορία για έγκριση από τους συμμετέχοντες πιστωτές. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διαδικασίες και οι προθεσμίες του άρθρου 8.

   4. Η ανάθεση σε εμπειρογνώμονα της αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη του παρόντος άρθρου μπορεί να παραλειφθεί, εφόσον έχει εκπονηθεί από οποιονδήποτε πιστωτή αξιολόγηση βιωσιμότητας του οφειλέτη εντός των τελευταίων δώδεκα (12) μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στην εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης οφειλών και συμφωνεί στη χρησιμοποίησή της για τους σκοπούς της διαδικασίας του παρόντος νόμου η απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών και ο οφειλέτης.

Άρθρο12
Επικύρωση από το δικαστήριο

   1. Ο οφειλέτης ή ο συμμετέχων πιστωτής μπορεί να υποβάλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, αίτηση για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι παρεμβάσεις, πρόσθετες ή κύριες, ασκούνται αποκλειστικά με κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο χωρίς τήρηση προδικασίας.

   2. Με την κατάθεση της αίτησης συνυποβάλλονται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου υποχρεωτικά τα ακόλουθα έγγραφα:
   α) αντίγραφο της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών,
   β) πρακτικό περαίωσης της διαδικασίας,
   γ) αποδεικτικά της κλήτευσης των πιστωτών, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7,
   δ) αντίγραφο της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών μαζί με όλα τα συνοδευτικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 5, καθώς και τυχόν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συμμετέχοντες πιστωτές,
   ε) η έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη, αν έχει εκπονηθεί,
   στ) οι ενστάσεις των συμμετεχόντων πιστωτών που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 10 του άρθρου 8.
   Οποιοσδήποτε θεμελιώνει έννομο συμφέρον μπορεί να λάβει από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου αντίγραφα της αίτησης επικύρωσης και των συνοδευτικών εγγράφων.

   3. Από την κατάθεση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και έως την έκδοση απόφασης από το αρμόδιο δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας αναδιάρθρωσης, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που ρυθμίζονται από τη σύμβαση. Κατά τη διάρκεια της αναστολής απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, εκτός αν πρόκειται για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο που έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή για ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Αν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για την επικύρωση εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη στα όργανα εκτέλεσης της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Όταν η διαδικασία επισπεύδεται από τη φορολογική διοίκηση με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, όργανο εκτέλεσης είναι η αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης.

   4. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της συζήτησης.

   5. Αν ο οφειλέτης είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο σύμφωνα με το ν. 3419/2005 (Α' 297), η αίτηση για την επικύρωση υποβάλλεται, επί ποινή απαραδέκτου, προς καταχώριση και δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο του ΓΕ.ΜΗ. με επιμέλεια και δαπάνες του αιτούντος, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την κατάθεση στο δικαστήριο. Για τους λοιπούς οφειλέτες η ανωτέρω δημοσίευση γίνεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. Ο αιτών ειδοποιεί εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου τους πιστωτές στους οποίους κοινοποιήθηκε το απόσπασμα της αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία και με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 για την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης και την ημερομηνία συζήτησής της. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης. Αν υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο ή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση τούτων.

   6. Το δικαστήριο εξετάζει όλες τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν εγγράφως κατά της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, καθώς και κάθε άλλη ένσταση που προβάλλεται ενώπιόν του, και κατόπιν εκδίδει την απόφασή του. Απορριπτική απόφαση εκδίδεται μόνο εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
   α) παραβιάστηκαν οι υποχρεωτικοί κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 15,
   β) παραβιάστηκαν άλλοι κανόνες της διαδικασίας και η βλάβη που η παράβαση αυτή προκάλεσε σε συμμετέχοντα ή μη πιστωτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά,
   γ) δεν κλητεύθηκαν στη διαδικασία διαπραγμάτευσης πιστωτές που είναι δικαιούχοι ποσοστού επί του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη ικανού να ανατρέψει τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών,
   δ) αποδεικνύεται ότι ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει τις χρηματικές υποχρεώσεις του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.
   Αν η αίτηση επικύρωσης απορριφθεί τελεσίδικα, η σύμβαση αναδιάρθρωσης παύει να ισχύει έναντι όλων και εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 14.

   7. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου που επικυρώνει τη σύμβαση δεν επιτρέπεται άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου ή τριτανακοπής. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση για την επικύρωση επιτρέπεται η άσκηση έφεσης.

   8. Η απόφαση για την επικύρωση καταλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων του οφειλέτη που ρυθμίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και δεσμεύει τον οφειλέτη και το σύνολο των πιστωτών, ανεξαρτήτως συμμετοχής τους στη διαπραγμάτευση ή τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Η απόφαση για την επικύρωση αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Αν ο οφειλέτης είναι πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο σύμφωνα με το ν. 3419/2005 (Α' 297), η απόφαση για την επικύρωση καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. με επιμέλεια και δαπάνες του αιτούντος. Για τους λοιπούς οφειλέτες η ανωτέρω δημοσίευση γίνεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ..

   9. Από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 και έως την ολοσχερή εξόφληση των οφειλών που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή την ακύρωσή της κατά το άρθρο 14, αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών.

Άρθρο 13
Αναστολή εκτελέσεως

   1. Από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και για χρονικό διάστημα εβδομήντα (70) ημερών αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, των οποίων ζητείται η εξωδικαστική ρύθμιση, καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, στα οποία περιλαμβάνεται και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, εκτός εάν με το μέτρο αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που διενεργούνται από πιστωτές μετά την κοινοποίηση σε αυτούς από τον συντονιστή αντιγράφου της αίτησης υπαγωγής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7, είναι άκυρες. Αν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης υπαγωγής εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη της πιστοποιημένης από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. βεβαίωσης του συντονιστή για την πληρότητα της αίτησης υπαγωγής στα όργανα εκτέλεσης, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να έπεται χρονικά της αποστολής της πρόσκλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 7. Όταν η διαδικασία επισπεύδεται από τη φορολογική διοίκηση με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, όργανο εκτέλεσης είναι η αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης.

   2. Η κατά την παράγραφο 1 αυτοδίκαιη αναστολή αίρεται αυτοδικαίως όταν:
   α) η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη είτε λόγω έλλειψης απαρτίας είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ή
   β) ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών.

   3. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, παράταση της αναστολής της παραγράφου 1 για χρονικό διάστημα έως τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών. Αναγκαία προϋπόθεση της παράτασης αναστολής εκτέλεσης αποτελεί η συναίνεση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών. Η συναίνεση δίνεται είτε εγγράφως είτε προφορικά με δήλωση των πιστωτών στο ακροατήριο.

   4. Κάθε πιστωτής μπορεί να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, την πρόωρη παύση της αναστολής της παραγράφου 1, εφόσον πιθανολογείται ότι η αναστολή εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα πιστωτή. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αν η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών, το αρμόδιο δικαστήριο αίρει την αναστολή εκτέλεσης υποχρεωτικά.

   5. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου επάγεται αυτοδίκαια την απαγόρευση της διάθεσης ή της επιβάρυνσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων, η διάθεση των οποίων δεν εντάσσεται στη συνήθη επιχειρηματική του δραστηριότητα.

   6. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου δεν θίγει τις ειδικές ρυθμίσεις για αναγκαστική εκτέλεση των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας.

Άρθρο 14
Συνέπειες μη τήρησης της συμφωνίας - ανατροπή ή ακύρωση

   1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει προς οποιονδήποτε πιστωτή οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα (90) ημερών, ο πιστωτής δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους, καταθέτοντας αίτηση στο δικαστήριο που επικύρωσε τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει έδρα ο οφειλέτης, αν η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δεν έχει επικυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 12. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.

   2. Με την ακύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών αναβιώνουν οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη και των συνοφειλετών. Ποσά που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση της σύμβασης αναδιάρθρωσης αφαιρούνται από τις απαιτήσεις που αναβίωσαν.

   3. Μετά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης της συμφωνίας, κάθε πιστωτής μπορεί να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, σύμφωνα με την κατάσταση που υπήρχε πριν από τη σύναψη της υπό ακύρωση συμφωνίας, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος πιστωτή. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αν η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών, το δικαστήριο διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

   4. Πράξεις που έλαβαν χώρα σε εκπλήρωση όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών δεν υπόκεινται στην πτωχευτική ανάκληση που προβλέπεται στα άρθρα 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.

   5. Η ακύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών αποτελεί μαχητό τεκμήριο για την παύση πληρωμών του οφειλέτη.

   6. Επέρχεται αυτοδικαίως ανατροπή της σύμβασης αναδιάρθρωσης έναντι του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και αναβίωση των απαιτήσεών τους, με συνέπεια να καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του υπολοίπου της οφειλής που παραμένει ανεξόφλητο, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης, μαζί με τους αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, στις εξής περιπτώσεις:
   α) μη καταβολή δόσεων ή μερική καταβολή δόσεων από τον οφειλέτη προς τη Φορολογική Διοίκηση ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, έως τη συμπλήρωση του ποσού που αντιστοιχεί σε τρεις (3) δόσεις,
   β) παράλειψη του οφειλέτη να υποβάλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθώς και την προβλεπόμενη Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.), εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους, και
   γ) παράλειψη του οφειλέτη να εξοφλήσει ή να τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής, τις οφειλές του είτε προς το Δημόσιο ή υπέρ τρίτων που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση είτε προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016, εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την ημερομηνία επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, προκειμένου για οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την έναρξη ισχύος ή την επικύρωση της σύμβασης, εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους.
   Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν αμελλητί την επέλευση της αυτοδίκαιης ανατροπής της σύμβασης σε όλους τους πιστωτές. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους τους πιστωτές.

   7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία και οι ειδικότερες λεπτομέρειες για τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 15
Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

   1. Για την ένταξη οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στο μηχανισμό ρύθμισης του παρόντος νόμου εφαρμόζονται πέραν των κανόνων του άρθρου 9 και οι ειδικότεροι υποχρεωτικοί κανόνες του παρόντος άρθρου.

   2. Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης μπορούν να προβούν, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, σε αναδιάρθρωση οφειλών προς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας διαγραφής μέρους αυτών.

   3. Είναι άκυρος ο όρος σύμβασης αναδιάρθρωσης, που προβλέπει:
   α) την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο σε περισσότερες από εκατόν είκοσι (120) δόσεις,
   β) την τμηματική αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν το μήνα,
   γ) την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα (50) ευρώ,
   δ) την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο,
   ε) την ικανοποίηση απαιτήσεών του με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού.

   4. Υφιστάμενες ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο σύμφωνα με τους νόμους 4152/2013 (Α' 107), 4174/2013 (Α' 170), 4305/2014 (Α' 237) και 4321/2015 (Α' 32), εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία έγκρισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η τροποποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων στις περιπτώσεις και στο βαθμό που η εφαρμογή τους καθιστά αδύνατη, βάσει της συνολικής δυνατότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, την αναδιάρθρωση των οφειλών προς τους λοιπούς πιστωτές χωρίς αυτοί να περιέρχονται σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των βεβαρημένων υπέρ αυτών περιουσιακών στοιχείων τρίτων στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, η τροποποίηση των υφιστάμενων ρυθμίσεων πραγματοποιείται με αύξηση του αριθμού των δόσεων κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο και έως το μέγιστο όριο της περίπτωσης α' της παραγράφου 3.

   5. Ο αριθμός και το ύψος των δόσεων καταβολής του ποσού που προσδιορίζεται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο κατ' εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 και με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με κριτήριο: α) τη μηνιαία δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, β) τη μέγιστη διάρκεια της ρύθμισης και γ) τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 2 του άρθρου 9.

   6. Ειδικώς στις περιπτώσεις οφειλετών με συνολικό ποσό βασικής οφειλής προς το Δημόσιο έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, στις οποίες δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, εφαρμόζονται οι εξής κανόνες:
   α) για βασικές οφειλές έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, η αποπληρωμή αυτών και των επ' αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις κατ' ανώτατο όριο, με ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού,
   β) για βασικές οφειλές άνω των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, η αποπληρωμή αυτών και των επ' αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε εκατόν είκοσι (120) μηνιαίες δόσεις κατ' ανώτατο όριο, με ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής.
   Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, το Δημόσιο δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, ούτε υποβάλλει πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών και οι οφειλές προς αυτό προσμετρώνται στις θετικές ψήφους των συμμετεχόντων πιστωτών, εφόσον στο τελικό σχέδιο αναδιάρθρωσης έχουν τηρηθεί οι κανόνες του παρόντος άρθρου και οι λοιποί υποχρεωτικοί κανόνες του άρθρου 9, στο βαθμό που συμβιβάζονται με τους ανωτέρω κανόνες.

   7. Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο το χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι το χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών του προηγούμενου εδαφίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς κάθε πιστωτή και της μη ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14.

   8. Επί των οφειλών προς το Δημόσιο που ρυθμίζονται δυνάμει της σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν υπολογίζονται περαιτέρω τόκοι ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.

   9. Αν η υποβληθείσα πρόταση του Δημοσίου δεν τίθεται σε ψηφοφορία σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 8, το Δημόσιο ψηφίζει υπέρ της συμφερότερης για εκείνο πρότασης, εφόσον διαπιστώνει την ορθή εφαρμογή των υποχρεωτικών κανόνων του άρθρου 9 και του παρόντος άρθρου. Αν μία μόνο πρόταση τίθεται σε ψηφοφορία, το Δημόσιο ψηφίζει υπέρ αυτής, μόνο αν διαπιστώνει την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω υποχρεωτικών κανόνων.

   10. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας στον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες που δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εφαρμόζεται το άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση αυτού. Η ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του παρόντος νόμου θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανωτέρω σύμβαση.

   11. Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Δημόσιο της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές:
   α) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης,
   β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α'43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ..

   12. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου:
   α) Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) ή τον Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), όπως το ποσό αυτό έχει διαμορφωθεί, από το χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων έως την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4, μετά από τυχόν καταβολές, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου.
   β) Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής, καθώς και η απαλλαγή από τόκους, προσαυξήσεις ή πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.
   γ) Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά τα άρθρα 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως τα ποσά αυτά έχουν διαμορφωθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος.

   13. Όλες οι προηγούμενες παράγραφοι εφαρμόζονται αναλόγως και για οφειλές υπέρ τρίτων οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση.

   14. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να εξειδικεύονται η μεθοδολογία και τα κριτήρια της παραγράφου 5 για τον προσδιορισμό του αριθμού και του ύψους των δόσεων καταβολής για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο, τα κριτήρια για τη διαμόρφωση της ψήφου του Δημοσίου σύμφωνα με την παράγραφο 9, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 13.

   15. Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εκπροσωπούνται στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών από το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.) του άρθρου 101του ν. 4172/2013 (Α'167).
   Οι παράγραφοι 3 έως 9 εφαρμόζονται αναλόγως και για τις οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης:
   α) Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από το χρόνο κατά τον οποίο η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη έως την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4, ύστερα από τυχόν καταβολές, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου.
   β) Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής, με την επιφύλαξη της παραγράφου 16, καθώς και η απαλλαγή από τόκους, προσαυξήσεις ή πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής.
   γ) Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ' υποπαράγραφος ΙΑ.2 περίπτωση 11 του ν. 4152/2013 και το άρθρο 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως τα ποσά των προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής έχουν διαμορφωθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διατάξεις του παρόντος.

   16. Η διαγραφή βασικής οφειλής παρακρατούμενων εισφορών εργαζομένων προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης απαγορεύεται.

   17. Η διαγραφή βασικής οφειλής προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης δεν επηρεάζει τα ασφαλιστικά δικαιώματα τρίτων.

   18. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας στον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες που δεσμεύονται από την απόφαση επικύρωσης σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις των φορέων. Η ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του παρόντος νόμου θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανωτέρω σύμβαση.

   19. Από την ημερομηνία υπογραφής από το Κ.Ε.Α.Ο. της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Κ.Ε.Α.Ο. της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές:
   α) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης.
   β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του α.ν. 86/1967 (Α'136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Π.Κ..

   20. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να εξειδικεύονται η μεθοδολογία και τα κριτήρια της παραγράφου 5 για τον προσδιορισμό του αριθμού και του ύψους των δόσεων καταβολής για την αποπληρωμή οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τα κριτήρια για τη διαμόρφωση της ψήφου του Κ.Ε.Α.Ο. σύμφωνα με την παράγραφο 9, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή των παραγράφων 3 έως 9 και 15 έως 19.

   21. Ύστερα από αίτηση οφειλετών τους, οι οποίοι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 και την παράγραφο 5 του άρθρου 2 ή επειδή αυτοί είναι φυσικά πρόσωπα, τα οποία αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με το ν. 4172/2013, αλλά δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μπορεί να προτείνουν σε αυτούς λύσεις ρύθμισης οφειλών ανάλογες με αυτές που αποδέχονται ή αντιπροτείνουν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του παρόντος. Με τις υπουργικές αποφάσεις των παραγράφων 14 και 20 μπορεί να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας.

Άρθρο 16
Ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών

   1. Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών που περιγράφεται στον παρόντα νόμο διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, που αναπτύσσεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ.ΥΠ.ΟΙΚ.) σε συνεργασία με την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., φιλοξενείται και λειτουργεί στις υποδομές της Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ.ΥΠ.ΟΙΚ. και στην οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Η ηλεκτρονική πλατφόρμα έχει κυρίως τις παρακάτω λειτουργίες και εφαρμογές:
   α) ταυτοποίηση των συμμετεχόντων στη διαδικασία μέσω των μοναδικών κωδικών για χρήση των εφαρμογών του συστήματος TAXISnet του Υπουργείου Οικονομικών,
   β) υποβολή αίτησης υπαγωγής και συνοδευτικών εγγράφων σε ψηφιακή ή ηλεκτρονική μορφή,
   γ) αυτοματοποιημένο σύστημα ανάθεσης υπόθεσης σε συντονιστή,
   δ) σύστημα επικοινωνίας μεταξύ συντονιστών και Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.,
   ε) πρόσβαση συντονιστή, οφειλέτη και συμμετεχόντων πιστωτών στο περιεχόμενο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη και στα συνοδευτικά έγγραφα,
   στ) σύστημα επικοινωνίας, κοινοποίησης και ανταλλαγής εγγράφων μεταξύ συντονιστή, οφειλέτη και πιστωτών,
   ζ) έκδοση πιστοποιημένων εγγράφων,
   η) υπολογιστικές εφαρμογές,
   ι) διασύνδεση ηλεκτρονικών και ψηφιακών αρχείων για τη διασταύρωση και την επαλήθευση των στοιχείων που υποβάλλονται από τον οφειλέτη,
   ια) παραγωγή στατιστικών αναφορών και εκθέσεων, οι οποίες αξιοποιούνται για το σχεδιασμό της εθνικής στρατηγικής για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους υπό την προϋπόθεση ψευδωνυμοποίησης των υποκειμένων των δεδομένων.

   2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες οι οποίες αποτελούν τις λειτουργικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.

   3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να θεσπισθεί για πρόσωπα των οποίων οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές δεν ξεπερνούν το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ απλοποιημένη διαδικασία ρύθμισης των οφειλών τους, κατά την οποία η πρόταση ρύθμισης, καθώς και η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του οφειλέτη, παράγονται με τυποποιημένο τρόπο.

Άρθρο 17
Συνεργασία χρηματοδοτικών φορέων

   Όταν περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή εταιρίες διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή Ε.Α.Α.Δ.Π.) του ν. 4354/2015 έχουν ή διαχειρίζονται ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις έναντι του ίδιου οφειλέτη, ως προς τον οποίον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων, αυτά μπορεί να συνεργάζονται, προκειμένου να επεξεργαστούν και να υποβάλουν στον οφειλέτη κοινή πρόταση, με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμης λύσης. Προς το σκοπό τούτο, τα ανωτέρω πρόσωπα μπορούν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους όσες πληροφορίες απαιτούνται, προκειμένου να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και να διαμορφώσουν τους όρους της κοινής πρότασης, την οποία θα υποβάλουν, στο πλαίσιο του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου.

Άρθρο 18
Τροποποίηση διατάξεων του v. 4412/2016 (Α' 147)

   To άρθρο 377 του v. 4412/2016 (A' 147) αντικαθίσταται ως εξής:

   Στην περίπτωση 68 μετά τη φράση «του π.δ. 28/1980 (Α' 11),» τίθεται τελεία και προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

   «Ειδικά η υποχρέωση δημοσίευσης περίληψης σε τοπική εφημερίδα, που προβλέπεται στο άρθρο 11 του π.δ. 28/1980, καταργείται με την επιφύλαξη της παραγράφου 12 του άρθρου 379 του παρόντος νόμου.»

   Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης 82 αντικαθίσταται ως εξής:

   «Ειδικά η υποχρέωση δημοσίευσης εφάπαξ περίληψης σε τοπική εφημερίδα, που προβλέπεται στο άρθρο 5 και στο άρθρο 23, καταργείται με την επιφύλαξη της παραγράφου 12 του άρθρου 379 του παρόντος νόμου.»

  Η περίπτωση 12 του άρθρου 379 του ν. 4412/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

   «Η ισχύς της περίπτωσης 35 και 68, καθώς και του τρίτου εδαφίου των περιπτώσεων 31, 40, 59 και 82 της παραγράφου 1 του άρθρου 377 αρχίζει την 1η Ιανουάριου 2021.»

   Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 19
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3614/2007 (Α' 267)


   1. Τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου α' του άρθρου 8 του Καταστατικού της Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης των Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ.) Α.Ε., όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το άρθρο 33 του ν. 3614/2007 (Α' 267), όπως τα εδάφια αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο 60 του ν. 4314/2014 (Α' 265), αντικαθίσταται ως εξής:

   «α) Το προσωπικό της Μ.Ο.Δ. Α.Ε. προσλαμβάνεται από τον ιδιωτικό τομέα ή αποσπάται από το δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, ύστερα από διαπίστωση αναγκών στελέχωσης, προγραμματισμό ανθρώπινου δυναμικού, δημόσια προκήρυξη ή πρόσκληση αντίστοιχα και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων. Η διαδικασία επιλογής του προσωπικού που προσλαμβάνεται από τον ιδιωτικό τομέα, καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομίας και Ανάπτυξης. Η δημόσια προκήρυξη και ο πίνακας προσλαμβανομένων γνωστοποιούνται στο ΑΣΕΠ με εξαίρεση του προσωπικού της παραγράφου στ' του παρόντος άρθρου. Για το προσωπικό που αποσπάται από το δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 4314/2014 (Α' 265).»

   2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 20
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4314/2014 (Α' 265)

   1. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 6α του άρθρου 18 του ν. 4314/2014 διαγράφεται η φράση «πλην δράσεων κρατικών ενισχύσεων».

   2. Η περίπτωση γ' της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

   «γ) νέο προσωπικό που θα προσληφθεί από τη Μ.Ο.Δ. Α.Ε. μετά από δημόσιο ανοιχτό διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Καταστατικού της, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και κωδικοποιηθεί με το άρθρο 33 του ν. 3614/2007 (Α' 267) ή θα αποσπασθεί ή μετακινηθεί στις Ειδικές Υπηρεσίες από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης μετά από διαγωνιστική διαδικασία, η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης.»

   3. Η παρ. 3 του άρθρου 39 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

   «3. Οι Προϊστάμενοι των Ειδικών Υπηρεσιών και των μονάδων τους τοποθετούνται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης μετά από εισήγηση του Δ.Σ. της Μ.Ο.Δ. Α.Ε.. Οι προϊστάμενοι της Κεντρικής Υπηρεσίας (ΚΥ) της Μ.Ο.Δ. Α.Ε. τοποθετούνται με απόφαση του προέδρου της Μ.Ο.Δ. Α.Ε. μετά από εισήγηση του Δ.Σ. της Μ.Ο.Δ. Α.Ε.. Οι ανωτέρω προϊστάμενοι τοποθετούνται στις θέσεις αυτές για θητεία πέντε (5) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται με όμοια απόφαση. Οι προϊστάμενοι των Ειδικών Υπηρεσιών και των μονάδων τους και οι προϊστάμενοι της ΚΥ της Μ.Ο.Δ. Α.Ε. που είχαν επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3614/2007 ή τις διατάξεις του ν. 4314/2014 ή ειδικές διατάξεις και δεν θα τοποθετηθούν ως προϊστάμενοι αντίστοιχου επιπέδου κατ' εφαρμογή της διαδικασίας της παραγράφου 2, δύνανται κατόπιν αίτησής τους να τοποθετηθούν σε θέση στελέχους στην υπηρεσία που υπηρετούσαν, ως προϊστάμενοι εφαρμοζομένων των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 36.»

   4. Η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων αρχίζει από τη δη-μοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 21

   1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, στους υπαλλήλους που αποσπώνται ή μετακινούνται, στις Ειδικές Υπηρεσίες ΕΣΠΑ του άρθρου 4 του ν. 4314/2014 (Α' 265), από άλλους φορείς του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα πλην της Μ.Ο.Δ. Α.Ε., καθώς και στους υπαλλήλους αυτών που έχουν ήδη αποσπασθεί ή μετακινηθεί στις παραπάνω Ειδικές Υπηρεσίες ΕΣΠΑ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταβάλλεται ειδικό επίδομα, το ποσό του οποίου καθορίζεται από τη διαφορά που προκύπτει από το ύψος του συνόλου των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους σε σύγκριση με το ύψος του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Επενδύσεων ΕΣΠΑ του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και του προσωπικού της Μ.Ο.Δ. Α.Ε., του αντίστοιχου κλάδου, ειδικότητας, βαθμού και κλιμακίου, συμπεριλαμβανομένης της υπερβάλλουσας μείωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226).
   Το ειδικό επίδομα καταβάλλεται από τη Μ.Ο.Δ. Α.Ε. με επιχορήγηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.

   2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 22

   Η παρ. 2 του άρθρου 152 του ν. 2960/2001 (Α' 265) «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» αντικαθίσταται ως εξής:

   «2. Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντος Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις.
   Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης.
   Σε περίπτωση πώλησης κατόπιν διαγωνισμού του συνόλου ή μέρους των μετοχών ή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων αυτών ή κλάδων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικών ιδρυμάτων στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει με οποιοδήποτε ποσοστό το Δημόσιο, καθώς και ανωνύμων εταιρειών που είναι συνδεδεμένες με τα ως άνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικά ιδρύματα, η οποία πώληση διενεργείται στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης, εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης αυτών, για την καταβολή προστίμων, πολλαπλών τελών, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που επιβάλλονται και καταλογίζονται σε βάρος των κυρίως υπαιτίων της παράβασης, δεν κηρύσσονται αλληλέγγυα συνυπεύθυνα αστικά τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων δεν είχαν κοινοποιηθεί καταλογιστικές πράξεις και η συγκεκριμένη εκκρεμότητα δεν είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους επενδυτές κατά το κρίσιμο στάδιο της διενέργειας του σχετικού διαγωνισμού για τη μεταβίβαση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση αστικής ευθύνης, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 161 του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 23
Έναρξη ισχύος

   Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται σε επιμέρους διατάξεις και εκτός από τις διατάξεις των παραγράφων 9 του άρθρου 5, 4 έως 7 του άρθρου 6, 4 και 5 του άρθρου 7, 7 του άρθρου 14, 14 και 20 του άρθρου 15 και των άρθρων 16 και 17, η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
   Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.