Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Οι νέες προυποθέσεις ένταξης στο Νόμο Κατσέλη

Γράφει η Ιωάννα Μελάκη, μέλος του Εθν.Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή
Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να υπαχθεί κάποιος στην προστασία του νόμου είναι οι εξής:
Να είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα, όχι εταιρεία ή γενικότερα νομικό πρόσωπο οποιασδήποτε μορφής, και να  έχει περιέλθει “χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του”.
Αυτή η εξαιρετικά σημαντική προϋπόθεση εξετάζεται ανά περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη ή όχι διαφόρων στοιχείων στο πρόσωπο του αιτούντα. Δανειολήπτης θεωρείται και ο εγγυητής του δανείου ο οποίος δύναται να καταθέσει αίτηση και αυτοτελώς.
Πλέον στην εφαρμογή του Νόμου περιλαμβάνονται  και οφειλές προς Δ.Ο.Υ., Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.
Ομως  πρακτικά σημαίνει πως δεν μπορεί να κατατεθεί αίτηση ρύθμισης οφειλών προς, πχ την Δ.Ο.Υ. χωρίς την ύπαρξη, και,  οφειλών προς τράπεζες ή ιδιώτες, Δ.Ε.Κ.Ο..
Εδώ να σημειωθεί πως όσον αφορά τις οφειλές προς Δ.Ο.Υ. τίθενται και άλλες προϋποθέσεις οι οποίες ενδεχομένως να μπορούσαν να θεωρηθούν αυστηρές, ακόμα και άδικες, αλλά δεν είναι του παρόντος. Όπως και να’ χει όλες ανεξαιρέτως οι οφειλές πρέπει να έχουν γεννηθεί τουλάχιστον  ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης.
Επίσης για πρώτη φορά προβλέπεται ότι για συνολικές οφειλές κάτω των 20.000 ευρώ, εφόσον ο αιτών δεν έχει α) ακίνητη περιουσία, β) εισόδημα και γ) η κινητή του περιουσία δεν ξεπερνά τα 1.000 ευρώ, το Ειρηνοδικείο δύναται να διατάξει την ολική διαγραφή  του χρέους, ακολουθώντας μια βραχυπρόθεσμα διαδικασία.
Από τις οφειλές προς ιδιώτες ο νομοθέτης ρητά εξαίρεσε αυτές που προέρχονται από την υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου.
Ενέργειες πριν την κατάθεση της αιτήσεως
 
Επανέρχεται, με την μορφή πλέον της δυνατότητας και όχι υποχρέωσης, η  διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο αιτών μπορεί αλλά δεν υποχρεούται να επιλέξει προτού κινηθεί δικαστικά με την κατάθεση αίτησης να ζητήσει εξωδικαστικά, μέσω διαμεσολάβησης, από τους πιστωτές του να έλθουν σε συμβιβασμό.

Ο οφειλέτης προκειμένου να καταθέσει την αίτηση του στο Ειρηνοδικείο και στα πλαίσια σύστασης του φακέλου του αιτείται από τα πιστωτικά ιδρύματα αναλυτικές καταστάσεις οφειλών. Αυτές χορηγούνται υποχρεωτικά εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, χωρίς επιβάρυνση του δανειολήπτη. Μάλιστα σε περίπτωση που η τράπεζα υπερβεί το 10ήμερο ή το πέραν αυτού  εύλογο χρονικό διάστημα προβλέπεται η υποβολή σχετικής καταγγελίας στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και ακολούθως επιβολή προστίμου που ανέρχεται από πεντακόσια έως δέκα χιλιάδες ευρώ.
Κατάθεση αιτήσεως
Με την κατάθεση  της αίτησης και των απαιτούμενων συνοδευτικών εγγράφων διενεργείται έλεγχος και μόνον σε περίπτωση που έχουν όλα καλώς ,  ανοίγεται  φάκελος  και ο Ειρηνοδίκης ορίζει δυο ημερομηνίες: η πρώτη χρονικά είναι η ημέρα επικύρωσης του εξωδικαστικού συμβιβασμού ή συζήτησης αιτήματος αναστολής ενώ η δεύτερη η δικάσιμος της αίτησης.
Η αίτηση μας πρέπει να είναι σαφέστατη, ενδελεχής και ορισμένη αποφεύγοντας ασάφειες και ελλείψεις οι οποίες πιθανότατα θα μας στοιχήσουν και ο  φάκελος των εγγράφων πλήρης.
Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό σε κάθε περίπτωση  η απλή κατάθεση ενός ελλιπούς φακέλου και η ακόλουθη μη συμπλήρωση του εντός της προθεσμίας δεν εξασφαλίζει τον οφειλέτη, πρακτικά θα πρέπει να θεωρείται ως μη γενόμενη.
Από την ημέρα κατάθεσης οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους.
Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων
Αν κατά την πρώτη ημερομηνία δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση αυτού ο Ειρηνοδίκης εξετάζει το αίτημα του οφειλέτη για την προστασία της περιουσίας του και δύναται να διατάξει την αναστολή των εις βάρος του καταδιωκτικών μέτρων υπό την προϋπόθεση καταβολής  μηνιαίων δόσεων, το ύψος των οποίων και ορίζει, προς τους πιστωτές που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση.
Το κρίσιμο στοιχείο στον καθορισμό του ύψους μηνιαίων αυτών δόσεων είναι αφενός  η  εξασφάλιση της δυνατότητας κάλυψης των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του αιτούντα  και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, αφετέρου η κάλυψη του 10%, τουλάχιστον,  των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών προς εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων.  Οι  ανάγκες διαβίωσης υπολογίζονται βάσει της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις ως μηνιαίο ποσό καταβολής μπορεί να οριστεί το ποσό των  40 ευρώ ή και χαμηλότερο έως και μηδενικό.
Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τριών και πλέον των ανωτέρω μηνιαίων δόσεων ο Ειρηνοδίκης μπορεί έπειτα από αίτημα ενός πιστωτή να διατάξει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής, όπερ και σημαίνει ότι ο οφειλέτης βρίσκεται χωρίς προστασία.
Στο σημείο αυτό προκύπτει ένα σοβαρότατο πρόβλημα για τις νέες αιτήσεις: με τον ισχύοντα νόμο η ανωτέρω προστασία που χορηγεί ο Ειρηνοδίκης έχει μέγιστη  χρονική ισχύ τους έξι (6) μήνες. Αυτό στην πράξη αναμένεται να προκαλέσει πλήθος προβλημάτων. Για όσες αιτήσεις  είχε χορηγηθεί προηγουμένως  της 31/12/2015 προσωρινή διαταγή αυτή ισχύει κανονικά, υπό τις προϋποθέσεις φυσικά  καταβολής της μηνιαίας δόσης κλπ.
Δικαστική ρύθμιση χρεών
Στην περίπτωση κατά την οποία ο Ειρηνοδίκης κάνει δεκτή την αίτηση του δανειολήπτη έχει ουσιαστικά δύο εναλλακτικές:
α) Αν κρίνει πως τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές υπολογίζονται  κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα 36 μηνών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου.
β) Εφόσον υπάρχει περιουσία  οι επιλογές του Ειρηνοδίκη είναι πάλι δύο:
βα) Αν  η περιουσία είναι ρευστοποιήσιμη ορίζει έναν  εκκαθαριστή ο οποίος θα διαχειριστεί την περιουσία του οφειλέτη στην διαδικασία εκποίησης, με σκοπό την μεγιστοποίηση της απόδοσης της  προς όφελος των δανειστών.
ββ) Από την ρευστοποίηση της  περιουσίας μπορεί να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του δανειολήπτη, ή αναλογικά το μοναδικό του ακίνητο,  εφόσον στο πρόσωπο του αιτούντα συντρέχουν  σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
1) το ακίνητο για το οποίο ζητείται η προστασία να χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του,
2) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται ετησίως από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%),
3) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και
4) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται.

Η περίοδος αποπληρωμής  δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη εκτός αν η διάρκεια των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων ήταν μεγαλύτερη, αλλά και πάλι δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τριάντα πέντε (35) έτη.
Επιπλέον εισάγεται η δυνατότητα υποβολής  του δανειολήπτη αίτησης προς το Ελληνικό Δημόσιο για μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του. Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη.
Σε περίπτωση που ο οφειλέτης κατά την διάρκεια του σχεδίου διευθέτησης του χρέους καθυστερήσει υπαίτια την καταβολή τεσσάρων μηνιαίων δόσεων ετησίως, είτε διαδοχικών είτε συνολικά, δίδεται η δυνατότητα στους πιστωτές να καταγγείλουν την ρύθμιση ξεκινώντας διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της περιουσίας του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: