Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Ασφαλιστικό αφήγημα: ‘Θάβει! Πάρτε αργότερα!’


Συντάκτης / NextDeal
Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012 10:32
Γράφει ο Ευάγγελος Γ. Σπύρου,

Ήταν κάπου εκεί στο ξεκίνημα της καριέρας μου ως ασφαλιστού, (1973-1974) όταν συνάντησα στις σκάλες της Ομόνοιας όπως ανέβαινε απ’ τον ηλεκτρικό απ’ την πάνω μεριά στην οδό Δώρου, τον πατέρα Αντώνιο που τον γνώριζα από «λαϊκό» τότε που ήμουν φοιτητής στην Πάντειο.
-«Γεια σου ρε Σπύρου, τι κάνεις, πού είσαι;»
-«Απολύθηκα και έπιασα δουλειά ασφαλιστής στην INTERAMERICAN. Είμαι και στη Νομική, παπα-Αντώνη.
-«Πάρε την κάρτα μου να με πάρεις τηλέφωνο, αλλά να με πάρεις αργά βράδυ, μέρα δε θα με βρεις. Βραδάκι είναι καλά. Έχω κόσμο να σε βοηθήσω… Α, ρε, Βαγγέλη… Τελευταία φορά ήταν που βρεθήκαμε Χριστούγεννα στην Εκκλησία στη Λαμία με τους φαντάρους… Πάρε με όποτε θέλεις αλλά βράδυ»…
Με τον π. Αντώνη είχαμε γνωριστεί στην Πάντειο. Εγώ ένα φτωχόπαιδο από επαρχία, χαμένο «αγριοκάτσικο» στους γκρεμούς της Αθήνας, που με περιμάζεψε ο μακαρίτης Ευστάθιος Χ. Μπάστας, Θεός σχωρέστον, σ’ ένα φοιτητικό οικοτροφείο στην πλατεία Μαβίλη τέλος 1966. Αυτός γιος παπά, είχε τη βόλεψή του και το χαρτζιλίκι του, με ωραία ρούχα, με γυναίκες, με άσπρη Τζάγκουαρ αμάξι με πράσινα φιμέ τζάμια, με τσιγάρο στο χέρι μόνιμα που κιτρίνιζε τα δυο δάχτυλα, δείκτη και μέσο, με ύφος και φωνή σιγανή ένρινη τύπου Μάρλον Μπράντο στο ΝΟΝΟ Νο1, και φέρσιμο που τα λέει όλα ταυτόχρονα και τίποτα…
Για τα μέτρα του Χριστιανικού Οικοτροφείου τον «Σωτήρα» ήταν απολωλός πρόβατο που το ‘ψαχνε ο «Καλός Ποιμήν» ο Αντώνης.
«Άσωτος Υιός» που εις χώραν μακράν σπαταλούσε την περιουσία του πατρός, «ζων ασώτως».
Με αυτήν την εικόνα, «οποία έκπληξη», όταν νύχτα Χριστουγέννων τον βλέπω στρατιωτικό ιερέα στη Θεία Λειτουργία στη Λαμία όταν υπηρετούσα… Ήμουν στη Σχολή Αξιωματικών Υλικού Πολέμου που παραταγμένοι μέρα μεγάλη της Χριστιανοσύνης πήγαμε εκκλησία να μεταλάβουμε… Είπαμε ό,τι είπαμε και να τώρα μπροστά μου, ο π. Αντώνιος, ιερέας, με το ρασάκι του, τη σιγανή φωνούλα, την ταπεινή ματιά που κοιτά προς τα κάτω που έχει ο χαμηλόβαθμος κλήρος…
«Να έρθεις να πούμε πιο πολλά, αλλά βράδυ αργά, να την κάρτα μου». Δεν είπαμε πιο πολλά. Αυτός συνέχισε προς το καφεκοπτείο «ΜΠΡΑΒΟ» εγώ κατέβηκα πάλι τη σκάλα να περάσω προς Πειραιώς και να πάω προς οδό Μενάνδρου να πάρω το λεωφορείο ΑΙΓΑΛΕΩ ΝΕΟΝ Νο 66. Έμεινα στην οδό Μάκρης, λίγο πιο κάτω από το γήπεδο «Αιγαλέω» όπως λέγανε… Ημιυπόγειο. Φιλοξενούμενος στη γκαρσονιέρα του Ροδόλφου που υπηρετούσαμε μαζί ανθυπολοχαγοί στα Γιάννενα, στην 122 ΜΠΠ. Ήταν γεωπόνος, είχε πιάσει δουλειά σε χοιροστάσια στον Παρνασσό, στην Τιθορέα. Ερχότανε κάθε 20-30 μέρες για μια μέρα. Μύριζε «γουρουνίλας». Για να πάει στην αγαπημένη του (την παντρεύτηκε) ψέκαζε τα παπούτσια και ρούχα με αποσμητικό χώρου λεβάντα. «Μυρίζεις τίποτα;» μου έλεγε πριν φύγει ραντεβού. Εγώ έμεινα εκεί μέχρι να βρω σπίτι και δουλειά, αλλά έμεινα περισσότερο όταν μετακόμισε στην Τιθορέα… «Μείνε» μου είπε ο Ροδόλφος, «εγώ λείπω αλλά δεν το ξενοικιάζω επειδή έρχεται κι ο Χρήστος ο αδελφός μου εδώ. Όταν έρχεται τα Σάββατα να φεύγεις με τρόπο γιατί κοιμάται με μια φίλη του».
Κουρασμένος και χωρίς λεφτά, πεινασμένος και με «παράπονα» για τη μοίρα μου γυρίζοντας βρήκα το Χρήστο στο σπίτι…
«Βιάζομαι», του είπα, δήθεν, «θα πάω σε κάτι κουμπάρους μου στο Νέον Ζωγράφου», του είπα, «Έχουν αρραβώνες, δεν θα έρθω απόψε…».
Ούτε αρραβώνες, ούτε γιορτές είχαν οι κουμπαραίοι. Πήγα, αλλά πήγα αργά, γύρω στις 9 βράδυ είπα πως θα πάω και πήγα δέκα παρά. Είχα σχέδιο… Ήθελα ν’ αργήσω να μου πουν «κάτσε κουμπάρε, να κοιμηθείς εδώ απόψε». Έγινε κι αυτό. Γύρω στις 11, αφού «τσιμπήσαμε» και κάτι, λέω, «ωχ, άργησα, φεύγω, δεν θα προλάβω το λεωφορείο για Αιγάλεω»… μου λένε «κάτσε κουμπάρε, πού να τρέχεις νυχτιάτικα…».
Στο θολωμένο μου απ’ την «αφραγκιά» μυαλό έφτιαχνα το Σαββατοκύριακο σχέδια. Περίμενα να έρθει η Δευτέρα να πάρω τηλέφωνο τον παπά Αντώνιο «να με βοηθήσει». Έχει αυτός φίλους παπάδες, χριστιανούς, αϊ κάποιοι θα ασφαλιστούν. Δεν ήξερα τι ακριβώς κάνει αλλά παπάς είναι, θα «επηρεάζει κόσμο» θα μου δώσει συστάσεις…
«Κέντρο συστάσεων» που λένε οι εκπαιδευτές Managers.
Τη Δευτέρα το μεσημέρι αργά, 2-3 η ώρα, «σκυλοβαριόμουνα» και σκότωνα την ώρα μου με το τίποτα, με ανέκδοτα, με σαχλαμάρες και χαζοτηλέφωνα όπως όλοι αυτοί στα υπ/τα που είναι «ανεκπαίδευτοι» και εγκαταλελειμμένοι από τους «Μεγαλοναπολέοντες» ηγέτες με πρόσημο το Unit ή Agency… χωρίς οργάνωση, χωρίς συγκεκριμένες ενέργειες, χωρίς πρόγραμμα… «Δεν παίρνω τον παπά;», λέω. Τι να περιμένω βράδυ!
Σχηματίζω τον αριθμό τηλεφώνου και περιμένω. Ένα, δυο, τρία, τέσσερα, πέντε, εξ, εφτά, οκτώ «χτυπήματα» και στο ένατο απαντά μια βραχνή, ασθμαίνουσα φωνή που προφανώς έτρεξε απόσταση να το σηκώσει το τηλέφωνο…
-«Εμπρός ποιος είναι»;
-«Σπύρου απ’ την INTERAMERICAN, τον πατέρα Αντώνιο ήθελα!»
-«Δεν μπορεί τώρα, θάβει!» Είπε η βραχνή φωνή και έκλεισε…
-Για λίγο έμεινα αμίλητος, ξαφνιασμένος. Μπά, είπα. Νόμισα δεν κατάλαβε καλά και σαστισμένος ξαναπαίρνω.
-«Θάβει, σας είπα! Πάρτε αργότερα»
Ο π. Αντώνιος ήταν προϊστάμενος στο νεκροταφείο. Και εκείνη την ώρα κάποιον έθαβε… Θυμήθηκα ότι μου το τόνισε. «Πάρε αργά βράδυ». Και πράγματι πήρα αργά βράδυ και τον βρήκα. «Ευλογημένε σου είπα να πάρεις βράδυ. Για να μην ταλαιπωρηθείς. Δεν μου είναι εύκολο την ημέρα… Το νεκροταφείο είναι «καλή θέση» αλλά έχει υποχρεώσεις δύσκολες»… Πήγα σπίτι του… μου έδωσε ονόματα. Μαρμαράδες, λουλουδάδες, γραφεία μνημοσύνων.
Την πρώτη αίτηση ασφάλειας Ζωής που έκανα εκεί στο Περιστέρι γύρω ήταν ένας Σωτήρης… μανάβης λαϊκής που βοήθαγε και σε δουλειές στο νεκροταφείο. Λουλούδια, «κοράκι», σκάψιμο τάφων. Φτωχολογιά. Ασφάλισα κι έναν μαρμαρά. Δούλευε κι εγώ του έλεγα για ασφάλεια ζωής με «φόντο» τα μνήματα… Αυτός αλφάδιαζε, μέτραγε, υπολόγιζε… Τρεις τάφους πιο εκεί ένας άλλος παπάς διάβαζε τρισάγιο και μια χήρα σταυροκοπιότανε…
«Ότι συ ει η Ζωή και η Ανάσταση του κεκοιμημένου αδελφού ημών… Και τάξον αυτόν εν τόπω χλοερώ, εν τόπω… ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται.. Παν αμάρτημα του παρ’ αυτού πραχθέν ως αγαθός Θεός συγχώρεσον…. Αιωνία η μνήμη, αιωνία η μνήμη…».
Κοίτα να δεις είπα μέσα μου… Ασφάλεια ζωής να ζήσει, θάβει εκεί, μνημόσυνο εδώ. Χαμός!
«Ακούμπησε εδώ κύριε Βαγγέλη την τσάντα» μου είπε κάποια στιγμή που του ζήτησα να υπογράψει… «Να, εδώ, στο μάρμαρο και συγγνώμη λασπιάρηδες είμαστε». Είχα μια φθηνιάρικη πλαστική τσάντα των 800 δρχ τότε… Και πού δεν ακούμπησε εκείνη η τσάντα…! Σε γραφεία πολυτελή, σε πάγκους ξυλουργών, σε συνεργεία, σε καφενεία, σε μπορντέλα, σε σαλονοτραπεζαρίες, σε θρανία, σε κρεοπωλεία, σε πάγκους μαγειρείων, σε τάβλες οικοδομών, σε τρακτέρ, σε κρεβάτια ιατρών και ασθενών, σε κομοδίνα κουρείων, σε πατσατζίδικα, σε καμαρίνια τραγουδιστών, σε καναπέδες χρωματιστούς, σε καφάσια λαϊκής, σε καρυδένια καλογυαλισμένα δικηγορικά γραφεία, σε θέσεις λεωφορείων, δίπλα σε τιμόνι πλοίου, σε πάγκο ψαραγοράς, σε παγκάρι της Μητρόπολης, σε αποστειρωμένο προθάλαμο χειρουργείου, σε πολυχαϊδεμένα γόνατα και πόδια πανδήμου «Αφροδίτης» και σε τραπεζάκι με κεντημένο άσπρο «σεμέν» από παπαδιά! Ιστορίες…
Εκείνη η τσάντα μες τη μαυρίλα της «έθαψε» πολλές οικονομικές στενοχώριες μου όταν κουβάλαγε «αιτήσεις» ζωής που έπιαναν τους στόχους μου κι έθρεφαν τα όνειρά μου…
Μεγάλο Σχολείο και τιμή μου που την κράτησα. Έμαθα πολλά. Και κυρίως κατάλαβα ότι και ένα «θάβει» μπορεί να σε ξαναγεννήσει…
Σπούδασα, πήρα δυο πτυχία Πανεπιστημίου κι ακόμα ένα μεγάλο χρυσό και πλατινένιο του πεζοδρομίου… Αυτή η τσάντα που κράταγα εκείνες τις εποχές έκλεινε μέσα της για καιρό τα όνειρά μου… Ήθελα να γίνω στις προσευχές μου καλός άνθρωπος χρήσιμος στην κοινωνία.
Ήθελα να σπουδάσω. Ήθελα να κάνω οικογένεια. Ήθελα να γίνω πλούσιος αλλά να είμαι το καλό Ελληνόπουλο απ’ την Ήπειρο που ξάπλωνε ανάσκελα και ταξίδευε στα άσπρα βαμβακένια συννεφάκια του χωριού του πάνω στον γαλάζιο ουρανό… Ήθελα, ούτε εγώ ήξερα τι ήθελα! Δεν ξέρω αν την έχω εκείνη την τσάντα και αν έχει «τίποτα θαμμένο» εκεί μέσα… Σήμερα τα «μετακόμισα» τα όνειρα απ’ τα φιλαράκια μου και τα παιδιά μου… Πολλά μου κρύφτηκαν μέσα στα περιοδικά και τις σελίδες τους κι άλλα μέσα στα κλικ του www.nextdeal.gr Έχω δικά μου, μαζεύω κι άλλα και δεν ξεχνώ πώς ένα «θάβει»! καμιά φορά είναι χαρμόσυνο ξεκίνημα… ή κι ένα τέλος. Όπως το πάρεις. Πολλές φορές οι άνθρωποι μένουν στις λέξεις και λαθεύουν. Ειδικά τα δειλινά που ο Ήλιος πάει προς τη Δύση αφήνοντας πίσω του ερωτηματικά και φόβους για τη νύχτα που έρχεται… πραγματικά και συμβολικά. Συχνά πυκνά βιώνουν πολλές νύχτες οι άνθρωποι. Δεν βλέπουν τα μελιά χρώματα του δειλινού, τις πορτοκαλένιες αποχρώσεις, τις τριανταφυλλένιες πινελιές, τα χρυσίζοντα σύννεφα αλλά το μαύρο του σκοταδιού που περπατά. Το «θάβει» τους τρέμει και φοβίζει… Και δεν θυμούνται πως πάλι η Ρόδινη Ανατολή ξεκίνησε ήδη να τους βγάλει τη γλώσσα κοροϊδεύοντάς τους που πάλι λιγοψύχησαν μόλις χθες το δειλινό. Και είναι και φορές που πιάνει τον παιγνιδιάρη Ήλιο, αυτή η Ανατολή, και τον στριμώχνει να χωρέσει σ’ ένα τζάμι, σ’ ένα παράθυρο, σε μια λίμνη, σε μια τόση δα σταλιά νερό, στη λακούβα του δρόμου…
«Το πριν απ’ όλα είναι το πάντοτε κατοπινό» που έλεγε και ο ποιητής μας Ελύτης. «η λέξη χαμός, είναι ευτυχέστερη απ’ τη λέξη θάνατος». «Στο σημείο που αρχίζει εκείνο που για τους άλλους τελειώνει…». «Θάβει!» Για φαντάσου τι σου είναι οι λέξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: