Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Πόσο άραγε απέχει η Αλήθεια μας από την «Αλήθεια» τους;

Αλήθεια, αφού σας μαγεύει τόσο πολύ ο Παρθενώνας, γιατί κοροϊδεύετε με περίσσιο σαρκασμό όλους εκείνους που έχουν τοποθετήσει μερικούς κίονες στο σπίτι τους; Αλήθεια, πόσες φορές δεν έχετε σκεφτεί ότι ο Πύργος του Άϊφελ σας θυμίζει έναν από τους κακόγουστους πυλώνες της Δ.Ε.Η. στην Πτολεμαΐδα; Αλήθεια, πόσοι άραγε θα επιθυμούσατε να είσαστε παντρεμένοι με μια κλασική «γκόμενα» σαν την Μόνα Λίζα και να την έχετε μπροστά σας, να χαμογελάει με τον «τρόπο της», κάθε φορά που θα της λέτε για τα κοινόχρηστα και τους λογαριασμούς σας κι ότι ξοδεύει πάρα πολλά;
Μην βιαστείτε να με παρεξηγήσετε. Τα παραπάνω κυνικά αποφθέγματα, δεν έχουν να κάνουν με το ότι άρχισα να αμφισβητώ τις διαχρονικές αξίες γενικότερα, αλλά με την άποψη ότι ακόμα και τα «θαύματα» κάποιες φορές χάνουν την έννοιά τους κι αποκτούν μια άλλη, διαφορετική, μεταλλαγμένη.

Ακόμα περισσότερο, την έννοιά τους συχνά χάνουν τα λόγια και οι λέξεις. Ως αξίες κι αυτές, δημιουργούνται, χρησιμοποιούνται, ακμάζουν ή παρακμάζουν στην εποχή τους και στη συνέχεια, μετά από πολλά χρόνια ξεχνιούνται εντελώς ή μένουν αθάνατες, για πάντα στα χείλη των ανθρώπων είτε για καλό είτε για κακό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή της ακρίβειας, για πολλά χρόνια άκουγα τους δασκάλους και τους καθηγητές μου να λένε ότι «Ακριβό είναι εκείνο που πωλείται σε τιμή η οποία ξεπερνάει την αξία του…». Θυμάμαι επίσης τη μαμά μου να λέει, πέρα από το παραπάνω Μίκρο-Οικονομικό αξίωμα ότι, «Ακριβό για μας παιδί μου, είναι και εκείνο που δεν έχουμε τα χρήματα για να το αγοράσουμε, ακόμα κι αν πωλείται φθηνότερα από την αξία του…».

Σήμερα, δυστυχώς, φθηνό είναι εκείνο το οποίο πωλείται με 20% έκπτωση, άσχετα εάν τις προηγούμενες ημέρες έχει ανατιμηθεί δύο-τρεις φορές με συνολικό ποσοστό πάνω από 25%. Επίσης, φθηνό είναι εκείνο που «κραυγάζει» μέσω διαφήμισης, ότι πωλείται με έκπτωση αφού μια πραγματικά ενδιαφέρουσα έρευνα αποκαλύπτει ότι, ο καταναλωτής έχει ακριβώς την ίδια συμπεριφορά απέναντι σε αυτό πραγματικά πωλείται με έκπτωση και σε εκείνο που καμία έκπτωση δεν έχει, αλλά απλώς δηλώνει με τον κατάλληλο τρόπο ότι πωλείται με έκπτωση. Έστω κι αν το δεύτερο συντελεί σαφή παραπλάνηση για τον καταναλωτή το ερώτημα εδώ είναι, «πόσο άραγε μπορεί να παραπλανηθεί ο σύγχρονος καταναλωτής και πόσο παραπλανημένος είναι, πολύ πριν ακόμα έρθει για να ψωνίσει…».

Βλέπετε πόσο έχουν χάσει την έννοια τους τα λόγια; Στο παρελθόν η βασική αξία του εμπόρου, του υπαλλήλου, του οικογενειάρχη συγκεντρωνόταν στη ρήση «…τα χρήματα που έχουμε στο ταμείο, δεν είναι δικά μας, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ανήκουν σε εκείνους που τους χρωστάμε…».

Σήμερα, οι τράπεζες έχουν κέρδη προερχόμενα από τόκους, παραπάνω από το ύψος των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα. «Γίνεται αντιληπτό το νούμερο;». Αυτό, το τελευταίο, το είπε ο Λοχαγός Algren στον Κατσουμότο, αρχηγό των Σαμουράι – Στον τελευταίο … – ζητώντας του να καταλάβει τα μεγέθη στη μάχη των Θερμοπυλών, όπου 300 Σπαρτιάτες πολέμησαν με 1.000.000 Πέρσες. Αλήθεια, είναι αντίστοιχες οι δύο φράσεις για να καταλάβουμε το μέγεθος; Είναι τόσο φρικτά καταναλωτικό ον ο σύγχρονος Έλληνας, ή αντίστροφα έχει χάσει κάθε έννοια του «ξοδεύω όσα έχω…» παραδομένος στη δίνη των καταναλωτικών δανείων;

Κι αν συμβαίνει αυτό, πόσο παράδοξο φαίνεται να ξυπνήσει η καταναλωτική συνείδηση του Έλληνα; Ποια είναι τελικά αυτή η περίφημη έννοια στην οποία απευθύνθηκαν όλες οι Καταναλωτικές οργανώσεις τον τελευταίο καιρό; Όταν αδυνατούμε να κατανοήσουμε τις πιο απλές αρχές, δεν είναι στρουθοκαμηλισμός να μιλάμε για έννοιες αυτοπραγμάτωσης και αυτό-ολοκλήρωσης όπως η καταναλωτική συνείδηση; Μήπως στις μέρες μας το καταναλωτικό αυτονόητο είναι το ζητούμενο;

Το προηγούμενο διάστημα ο τηλεοπτικός φακός κατέγραψε δεκάδες ρεπορτάζ, παράθυρα δελτίων, αλλά και ολόκληρες εκπομπές αφιερωμένες στην ακρίβεια. Δεκάδες δημοσιογράφοι, εφημερίδες, άρθρα και έρευνες προσπαθούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να καταδείξουν τι φταίει για τις αυξημένες Ελληνικές τιμές και την ακρίβεια εν γένει. Η άποψή μου είναι ότι, τελικά, ο Έλληνας καταναλωτής παραμένει ακόμα μπερδεμένος σχετικά με τις αιτίες, ίσως ακόμα περισσότερο από πριν.
Συμμετείχα προσωπικά σε μερικές από αυτές τις εκπομπές και τα παράθυρα χωρίς φυσικά να μπορέσω να αλλάξω έστω και ελάχιστα το σκηνικό. Μια ομάδα διαφωνούντες και ένας ή δύο δημοσιογράφοι που «κινούνται» σε όλο το φάσμα της διαδρομής, από την γνώση του θέματος μέχρι και την πλήρη άγνοιά του. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως, το ζητούμενο είναι να «πουλάει» και η ακρίβεια το κάνει. Το τελικό αποτέλεσμα και πάλι το ίδιο. Ικανοποιητικές διαπιστώσεις για την ακρίβεια, ελάχιστα αλλά σίγουρα ασαφή συμπεράσματα για το τι φταίει και ποτέ, καμία προτεινόμενη λύση, για το πρόβλημα.

Πέρα από το ίδιο το πρόβλημα της ακρίβειας, με προβλημάτισε και συνεχίζει να το κάνει, αυτή η συμπεριφορά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και κυρίως του «βασιλιά» αυτών, δηλαδή της τηλεόρασης, ιδιωτικής και κρατικής αν και η δεύτερη παραμένει ακόμα, «αρκετά» πιο ανόθευτη. Στην πραγματικότητα, η ίδια η τηλεόραση αποτελεί τον λόγο για τον αποπροσανατολισμό του καταναλωτικού κοινού. Έχοντας καταντήσει μέσα διαφήμισης και - κατ’ εξαίρεση - μέσα ενημέρωσης, οι τηλεοράσεις και τα κανάλια δεν μπορούν πλέον να ξεφύγουν από αυτή τη θλιβερή πραγματικότητά.

Όταν είναι υποχρεωμένες να διαφημίζουν ότι το Βιτάμ είναι αναλόγως θρεπτικό με το μουρουνέλαιο και τα Κέλογκς με τα δημητριακά, πως είναι δυνατόν την επόμενη ώρα να αποκαλύπτουν την αλήθεια γι αυτά; Κι ακόμα, εάν θελήσουμε να ξεφύγουμε από το πεδίο της «θρεπτικότητας» που, θυμηθείτε, θα αποτελέσει το επόμενο σημείο αναφοράς και δυστυχώς απαξίωσης, ποια μπορεί να είναι η συμμετοχή της τηλεόρασης στο πεδίο της ακρίβειας; Όταν ολόκληρο το διαφημιστικό πρόγραμμα της τηλεόρασης απαρτίζεται από τις διαφημίσεις των τραπεζών, των αυτοκινητοβιομηχανιών και κυρίως των βιομηχανιών των τροφίμων, μη τροφίμων, απορρυπαντικών, καλλυντικών και των υπολοίπων καταναλωτικών προϊόντων, την ίδια στιγμή οι παραπάνω πελάτες μπορούν να αυτό-προσδιορίζονται ως μέτοχοι των καναλιών, ενώ οι διευθυντές τους, ως διευθυντές των δημοσιογράφων - ερευνητών.

Συμμετέχοντας - όπως προανέφερα - σε μια από τις εκπομπές για την ακρίβεια, προσπάθησα να εκφράσω την άποψη ότι εάν δεν «τιμωρήσουμε καταναλωτικά» εταιρείες όπως η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, προτιμώντας μια άλλη Ελληνική ή ξένη μπύρα, τότε αυτή δεν θα έχει κανένα λόγο να μειώσει την τιμή της και θα συνεχίσει να εμφανίζει κέρδη της τάξης του 25% κι ας ψάχνει ο αρμόδιος Υπουργός να βρει ποιος κάνει κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στο Ελληνικό λιανεμπόριο και την ελεύθερη, παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Πολύ γρήγορα, δια της δημοσιογραφικής οδού, ο παρουσιαστής μου απέσπασε το λόγο μεταφέροντας την συζήτηση αλλού, παρά τις «εισαγγελικές αρετές» που έχει ο ίδιος παρουσιάσει, τον τελευταίο καιρό. Στο τέλος της εκπομπής, μου εξέφρασε την αδυναμία του να συνεχίσει μια κουβέντα σε τέτοιο επίπεδο, για ευνόητους, όπως ανέφερε, λόγους.

Σχεδόν δεν τον αδικώ, αδυνατώ εντούτοις να μην τον αντιπαθώ. Όμως, δεν μπορώ να μην κατανοήσω μια τέτοια στάση, όταν η Άμστελ αποτελεί έναν από τους βασικότερους χορηγούς της διαφημιστικής εκστρατείας της Εθνικής ποδοσφαίρου. Ακόμα και εάν δεν συμφωνώ, και να είστε βέβαιοι ότι δεν συμφωνώ, μπορώ να κατανοήσω αυτή τη λογική του «σφυρίζω αδιάφορα». Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε πολλά άλλα παραδείγματα τεκμηρίωσης, μα πραγματικά, δε μπορώ να δω το όφελος.

Τελικά το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο. Η τηλεόραση παραμένει μισθοδοτούμενη από τις «εταιρείες της ακρίβειας» και η ίδια η αμοιβή της είναι σε μεγάλο βαθμό ο λόγος ύπαρξης της ακρίβειας, αφού η διαφήμιση τελικά πληρώνεται από τον ίδιο τον πελάτη που αγοράζει επιβαρημένο το όποιο προϊόν. Θα το καταλάβετε όταν θα μάθετε κατά τύχη από κάποιο γνωστό σας το ύψος του διαφημιστικού μπάτζετ μιας αυτοκινητοβιομηχανίας. Πως είναι δυνατόν ο εισπράττων να γίνει ο κατήγορος του πληρώνοντα; Έτσι, η σύγχυση του κοινού θα παραμένει η ίδια αφού η πολιτική των καναλιών δεν θα αλλάξει και το θέμα της ακρίβειας όπως έχουμε ξανάτονίσει δεν είναι τόσο απλό, αλλά αντίθετα πολύ σύνθετο. Αν έφταιγε ένας τομέας ή ένας άνθρωπος όλα θα ήταν απλά. Στην πραγματικότητα η αδυναμία και ο τσαμπουκάς των πολυεθνικών αντανακλά σε όλα τα επίπεδα την ισχνότητα της Ελληνικής οικονομίας, στο σύνολό της. Σε κάθε περίπτωση μόνον κάποιοι, πρώτα άνθρωποι και μετά δημοσιογράφοι θα προσπαθούν πραγματικά να αναδείξουν το πρόβλημα αλλά με αμφίβολα – πιστέψτε με – αποτελέσματα. Αλήθεια, ο Κούλογλου, δημιουργός της πλέον σοβαρής εκπομπής για την ακρίβεια – προ διετίας – που βρίσκεται; Ποιον πείραξε; Ένας λιγότερος από την σπάνια ομάδα των ανθρώπων, που η αλήθεια τους δεν απείχε διόλου από την δική μας αλήθεια. «Κι αναρωτιέμαι πάντοτε οι προσευχές μου που πάνε κι αν έχουν γίνει πουλιά, προς τα που πετάνε…».

Κυριάκος Γ. Κώτσογλου
Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης Msc

Δεν υπάρχουν σχόλια: